Η ανακάλυψη ενός αρχαίου ελληνικού εμπορικού πλοίου που ναυάγησε πριν από περίπου 2.400 χρόνια στα ανοιχτά της Χίου έφερε στο φως σημαντικά στοιχεία για το εμπόριο, τη διατροφή και τις τεχνικές συντήρησης τροφίμων στην αρχαία εποχή.
Μέσα από σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης DNA, οι επιστήμονες κατάφεραν να ανασυνθέσουν μέρος του φορτίου του πλοίου, αποδεικνύοντας ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ήδη αρωματισμένο ελαιόλαδο με ρίγανη, μια πρακτική που διατηρείται μέχρι και σήμερα στη μεσογειακή κουζίνα.
Το εμπορικό πλοίο, το οποίο χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ., πιθανότατα αναχώρησε από τη Χίο μεταφέροντας περισσότερους από 350 κεραμικούς αμφορείς, τα βασικά δοχεία αποθήκευσης και μεταφοράς προϊόντων της αρχαιότητας.
Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν κατασκευαστεί στο ίδιο το νησί, γεγονός που υποδηλώνει ότι το πλοίο μετέφερε τοπικά προϊόντα. Μετά το ναυάγιο, το πλοίο κατέληξε σε βάθος περίπου 70 μέτρων, όπου παρέμεινε ανέπαφο για περισσότερες από δύο χιλιετίες. Αν και τα οργανικά υλικά καταστράφηκαν από το θαλασσινό νερό, οι κεραμικοί αμφορείς διατηρήθηκαν σχεδόν άθικτοι.
Οι αμφορείς «μίλησαν»
Για πολλά χρόνια, οι αρχαιολόγοι θεωρούσαν αδύνατο να προσδιορίσουν το περιεχόμενο αυτών των αγγείων, καθώς δεν είχαν διασωθεί ορατά υπολείμματα. Η κατάσταση αυτή άλλαξε το 2007, όταν οι ερευνητές κατάφεραν να απομονώσουν και να ταυτοποιήσουν γενετικό υλικό φυτών που είχε απορροφηθεί από την κεραμική επίστρωση κατά την αποθήκευση των προϊόντων.
Τα αποτελέσματα υπήρξαν ιδιαίτερα σημαντικά. Σε έναν αμφορέα εντοπίστηκε DNA ελιάς και ρίγανης, γεγονός που αποδεικνύει ότι περιείχε ελαιόλαδο αρωματισμένο με ρίγανη. Σε έναν δεύτερο αμφορέα ανιχνεύθηκε DNA μαστίχας, γεγονός που υποδηλώνει ότι χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά κρασιού, καθώς η μαστίχα αποτελούσε παραδοσιακό συντηρητικό του οίνου στην αρχαία Ελλάδα.
Η ανακάλυψη αυτή ανέτρεψε την επικρατούσα άποψη ότι όλοι οι χιώτικοι αμφορείς χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τη μεταφορά του περίφημου χιώτικου κρασιού, αποδεικνύοντας ότι το εμπορικό φορτίο ήταν περισσότερο διαφοροποιημένο.
Αποτελεσματική μέθοδος συντήρησης η τεχνική με το λάδι και τη ρίγανη
Η παρουσία της ρίγανης στο ελαιόλαδο δεν αποτελούσε μόνο γαστρονομική επιλογή αλλά και αποτελεσματική μέθοδο συντήρησης. Η ρίγανη περιέχει φυσικές αντιοξειδωτικές και αντιμικροβιακές ουσίες, όπως η καρβακρόλη και η θυμόλη, οι οποίες επιβραδύνουν την οξείδωση και την αλλοίωση του ελαιολάδου. Με αυτόν τον τρόπο οι αρχαίοι Έλληνες κατάφερναν να διατηρούν το λάδι για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα χωρίς να γνωρίζουν τις χημικές ιδιότητες των συστατικών που χρησιμοποιούσαν. Είναι πιθανό, μάλιστα, οι ίδιες αυτές ουσίες να συνέβαλαν και στη διατήρηση των μικροσκοπικών θραυσμάτων DNA μέσα στα κεραμικά τοιχώματα των αμφορέων, επιτρέποντας τη σημερινή επιστημονική τους ανάλυση.
Η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η σύγχρονη βιολογία μπορεί να συνεργαστεί με την αρχαιολογία, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για την καθημερινή ζωή και το εμπόριο του αρχαίου κόσμου.
Αποδεικνύεται ότι πολλές από τις γαστρονομικές συνήθειες της Μεσογείου, όπως η χρήση ελαιολάδου αρωματισμένου με ρίγανη, έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες και παραμένουν αναλλοίωτες εδώ και περισσότερους από 24 αιώνες.































