Συχνά πιστεύουμε ότι η ευτυχία συνδέεται με τη νεότητα: με τη σωματική δύναμη, την ενέργεια, τις επαγγελματικές επιτυχίες και την κοινωνική αναγνώριση.
Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν κάτι εντελώς διαφορετικό. Άνθρωποι στην έβδομη και όγδοη δεκαετία της ζωής τους εμφανίζονται, κατά μέσο όρο, πιο ευτυχισμένοι και πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους σε σχέση με νεότερους ενήλικες.
Αυτό το εύρημα έρχεται να αμφισβητήσει τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι η γήρανση είναι συνώνυμη με την παρακμή και τη δυστυχία.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το ποιος «γερνά καλύτερα» εξωτερικά ούτε το ποιος καταφέρνει να διατηρήσει μια νεανική εικόνα.
Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη γήρανση και τον εαυτό τους μέσα σε αυτή. Οι πιο ευτυχισμένοι ηλικιωμένοι δεν είναι εκείνοι που προσπαθούν να παραμείνουν νέοι, αλλά εκείνοι που έχουν αποδεχτεί τη μετάβαση του χρόνου και έχουν επαναπροσδιορίσει την αξία τους.
Η παγίδα της σύγκρισης με το παρελθόν
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ψυχική ηρεμία είναι η συνεχής σύγκριση του παρόντος εαυτού με μια νεότερη εκδοχή του. Πολλοί άνθρωποι, κοιτάζοντας παλιές φωτογραφίες, εστιάζουν σε όσα έχουν αλλάξει: ρυτίδες, γκρίζα μαλλιά, μειωμένη αντοχή. Αυτή η σύγκριση με το παρελθόν δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση απώλειας, σαν να αξιολογείται η ζωή με βάση ένα πρότυπο που δεν μπορεί πλέον να επιτευχθεί.
Οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας έχουν εγκαταλείψει αυτό το εξαντλητικό παιχνίδι. Αντί να αναρωτιούνται «πώς θα ξαναγίνω αυτός που ήμουν;», στρέφονται στο ερώτημα «ποιος γίνομαι τώρα;». Αυτή η μετατόπιση είναι βαθιά απελευθερωτική. Το γήρας παύει να βιώνεται ως απώλεια και αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ως εξέλιξη.
Η αποδοχή της παροδικότητας - της ιδέας ότι όλα αλλάζουν - λειτουργεί ως θεμέλιο αυτής της στάσης. Όταν κάποιος κατανοεί ότι η αλλαγή δεν είναι εχθρός αλλά φυσικός νόμος της ζωής, μειώνεται η εσωτερική αντίσταση και αυξάνεται η ψυχική ανθεκτικότητα.
Η δύναμη της αυτοαντίληψης
Έρευνες έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που διατηρούν θετική αντίληψη για τα γηρατειά ζουν, κατά μέσο όρο, περισσότερα χρόνια από εκείνους που τα αντιμετωπίζουν αρνητικά. Η στάση απέναντι στον εαυτό μας δεν επηρεάζει μόνο τη διάθεση αλλά και τη σωματική υγεία. Η αποδοχή και η αυτοσυμπόνια φαίνεται να έχουν σωρευτικό αποτέλεσμα: κάθε χρόνο που κάποιος καλλιεργεί θετική σχέση με την ηλικία του, ενισχύει την ψυχική και βιολογική του ανθεκτικότητα.
Παράλληλα, η θετική στάση σχετίζεται και με καλύτερη μνήμη και μειωμένη μοναξιά. Αντίθετα, η εμμονή στην απώλεια των νεανικών ικανοτήτων μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, το οποίο με τη σειρά του επιβαρύνει τις γνωστικές λειτουργίες. Με άλλα λόγια, όταν κάποιος φοβάται διαρκώς τη φθορά, ενδέχεται να επιταχύνει ακριβώς αυτό που προσπαθεί να αποφύγει.
Οι πιο ικανοποιημένοι εβδομηντάρηδες δεν αγνοούν τις σωματικές αλλαγές ούτε προσποιούνται ότι δεν υπάρχουν δυσκολίες. Απλώς δεν ορίζουν την αξία τους με βάση τη φυσική τους απόδοση. Έχουν μετατοπίσει τα κριτήρια αυτοεκτίμησης από την εξωτερική ικανότητα στην εσωτερική ωρίμανση: στη σοφία, στις σχέσεις, στη συναισθηματική ισορροπία.
Πρακτικές μετατοπίσεις προς μια πιο ήρεμη ωριμότητα
Η αλλαγή αυτής της οπτικής δεν απαιτεί να περιμένει κανείς τα 70. Μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία. Το πρώτο βήμα είναι η επίγνωση: να αναγνωρίζει κανείς πότε συγκρίνει τον εαυτό του με μια προηγούμενη εκδοχή του. Μόνο αυτή η παρατήρηση μπορεί να μειώσει τη δύναμη της σύγκρισης.
Το δεύτερο βήμα είναι η καλλιέργεια μιας «ευγνωμοσύνης προς τα εμπρός». Αντί να επικεντρώνεται κάποιος σε όσα έχουν χαθεί, μπορεί να στρέψει την προσοχή σε όσα έχουν αποκτηθεί: εμπειρία, κριτική σκέψη, καλύτερη κατανόηση των προτεραιοτήτων. Η νεότητα μπορεί να συνοδεύεται από ενέργεια, αλλά η ωριμότητα συχνά συνοδεύεται από διαύγεια.
Τέλος, χρειάζεται επαναπροσδιορισμός των μέτρων επιτυχίας. Αν η αυτοαξία μετριέται με κριτήρια όπως η φυσική αντοχή ή η εξωτερική εμφάνιση, τότε η απογοήτευση είναι αναπόφευκτη με την πάροδο του χρόνου. Αν όμως μετριέται με βάση τη σοφία που αποκτήθηκε, τις σχέσεις που εμβαθύνθηκαν και την εσωτερική γαλήνη που καλλιεργήθηκε, τότε κάθε δεκαετία μπορεί να φέρνει κέρδος αντί για απώλεια.
Συμπερασματικά, η ευτυχία μετά τα 70 δεν είναι τυχαίο φαινόμενο. Είναι το αποτέλεσμα μιας σταδιακής μετατόπισης από την αντίσταση στην αποδοχή, από τη σύγκριση στην αυτοκατανόηση. Το μήνυμα είναι σαφές: η αξία μας δεν μειώνεται επειδή αλλάζουμε. Κάθε φάση της ζωής έχει τη δική της σημασία. Και όσο νωρίτερα το κατανοήσουμε, τόσο πιο ελεύθερα θα μπορέσουμε να ζήσουμε – σε οποιαδήποτε ηλικία.
Πηγή: geediting.com




























