Η φράση «δούλεψε πιο έξυπνα, όχι πιο σκληρά» συχνά συνδέεται με τη Σκανδιναβία. Ωστόσο, έχει σημασία να εξεταστεί τι συνέβη στην πράξη όταν δημόσιοι φορείς στην Ισλανδία και τη Σουηδία δοκίμασαν τη μείωση του χρόνου εργασίας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η επιτυχία ή η αποτυχία μιας μικρότερης σε διάρκεια εργάσιμης εβδομάδας εξαρτάται κυρίως από τη φύση της εργασίας.
Από το 2015 έως το 2019, ο Δήμος του Ρέικιαβικ και η κυβέρνηση της Ισλανδίας πραγματοποίησαν μεγάλης κλίμακας δοκιμές, μειώνοντας την εβδομαδιαία εργασία από περίπου 40 ώρες σε 35 ή 36, χωρίς μείωση των αποδοχών. Στα προγράμματα συμμετείχαν παιδικοί σταθμοί, δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί κοινωνικής πρόνοιας και νοσοκομεία, με συνολικά περίπου 2.500 εργαζομένους, δηλαδή περισσότερο από το 1% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας.
Η έκθεση που δημοσιεύθηκε το 2021 από τον ισλανδικό ερευνητικό οργανισμό Alda και το βρετανικό ινστιτούτο Autonomy κατέληξε ότι η παραγωγικότητα παρέμεινε σταθερή ή αυξήθηκε, παρά τη μείωση των ωρών εργασίας. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι εμφάνισαν χαμηλότερα επίπεδα άγχους και επαγγελματικής εξουθένωσης, καλύτερη αυτοαξιολόγηση της υγείας τους και πιο ισορροπημένη κατανομή των οικιακών υποχρεώσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών. Τα αποτελέσματα δεν έμειναν σε επίπεδο πιλοτικής εφαρμογής. Μετά το τέλος των δοκιμών υπογράφηκαν νέες συλλογικές συμβάσεις και σήμερα σημαντικό ποσοστό των εργαζομένων στην Ισλανδία εργάζεται λιγότερες ώρες με τις ίδιες αποδοχές.
Η άλλη πλευρά
Ακαδημαϊκές αναλύσεις επισημαίνουν ότι οι επιτυχημένες δοκιμές στηρίχθηκαν κυρίως στην αναδιοργάνωση της εργασίας: περιορίστηκαν οι άσκοπες συναντήσεις, βελτιώθηκαν τα προγράμματα βαρδιών και εξαλείφθηκαν διαδικασίες που δεν πρόσφεραν πραγματική αξία. Με άλλα λόγια, δεν «βγήκε η δουλειά» σε λιγότερο χρόνο επειδή προσπάθησαν περισσότερο οι εργαζόμενοι, αλλά επειδή ήταν πιο αποτελεσματική η λειτουργία.
Η εικόνα είναι πιο σύνθετη στο αντίστοιχο πείραμα στη Σουηδία. Το 2015, ο οίκος φροντίδας ηλικιωμένων Svartedalen στο Γκέτεμποργκ εφάρμοσε εξάωρες βάρδιες με πλήρεις αποδοχές για 68 νοσηλευτές, συγκρίνοντας τα αποτελέσματα της δοκιμής με παρόμοια μονάδα που διατήρεισαι το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των 38 ωρών.
Τα οφέλη για τους εργαζομένους ήταν σαφή. Οι αναρρωτικές άδειες μειώθηκαν σχεδόν στο μισό σε σχέση με τον μέσο όρο της πόλης, ενώ το προσωπικό δήλωσε ότι αισθανόταν υγιέστερο, πιο ξεκούραστο και με περισσότερη ενέργεια κατά τη διάρκεια της εργασίας του.
Παρ' όλα αυτά, η φροντίδα ηλικιωμένων δεν μπορούσε να αναδιοργανωθεί με τον ίδιο τρόπο όπως μια διοικητική υπηρεσία. Οι ασθενείς χρειάζονται συνεχή φυσική παρουσία προσωπικού, επομένως οι λιγότερες ώρες ανά εργαζόμενο δημιούργησαν ανάγκη για περισσότερους εργαζόμενους. Για να καλυφθούν όλες οι βάρδιες, η μονάδα προσέλαβε 17 επιπλέον νοσηλευτές. Το συνολικό κόστος της δοκιμής, διάρκειας 23 μηνών, έφτασε περίπου τα 12 εκατομμύρια σουηδικές κορώνες, δηλαδή περίπου 1,3 εκατομμύρια δολάρια.
Η δημοτική αρχή του Γκέτεμποργκ αναγνώρισε ότι οι νέες προσλήψεις δημιούργησαν έμμεσα οικονομικά οφέλη, όπως η μείωση της ανεργίας, ωστόσο έκρινε ότι το συνολικό κόστος ήταν υπερβολικά υψηλό για να εφαρμοστεί το μέτρο σε μεγαλύτερη κλίμακα. Έτσι, μετά τη λήξη της πιλοτικής περιόδου, το πρόγραμμα δεν συνεχίστηκε.
Η σύγκριση των δύο περιπτώσεων δείχνει ότι η επιτυχία της μικρότερης εργάσιμης εβδομάδας εξαρτάται κυρίως από το είδος της εργασίας.
Με πληροφορίες από scandinaviastandard.com
































