Το Σάββατο 29 Αυγούστου 2026 η Ισλανδία καλείται να πάρει μια σημαντική απόφαση για την ευρωπαϊκή της πορεία. Όχι όμως αυτή που ίσως υποθέσει κανείς διαβάζοντας βιαστικά τις ειδήσεις. Οι Ισλανδοί δεν ψηφίζουν για το αν θα ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ερώτημα είναι αν η χώρα πρέπει να αρχίσει ξανά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Ένα «Ναι» στις 29 Αυγούστου δεν κάνει την Ισλανδία μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε προδικάζει την τελική έκβαση. Το δημοψήφισμα είναι συμβουλευτικό. Εφόσον επικρατήσει το «Ναι», η κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι θα το αντιμετωπίσει ως εντολή για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Αν αυτές οδηγήσουν κάποτε σε συμφωνία ένταξης, η συμφωνία θα τεθεί ξανά στην κρίση των Ισλανδών με νέο δημοψήφισμα.
Η σχέση της Ισλανδίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μακρά ιστορία. Μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, η χώρα υπέβαλε αίτηση ένταξης τον Ιούλιο του 2009 και οι επίσημες διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2010. Μέχρι να σταματήσει η διαδικασία είχαν ανοίξει 27 από τα 35 διαπραγματευτικά κεφάλαια και 11 είχαν κλείσει προσωρινά. Το 2013 οι συνομιλίες πάγωσαν και το 2015 η τότε κυβέρνηση ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην αντιμετωπίζεται πλέον η Ισλανδία ως υποψήφια προς ένταξη χώρα.
Σήμερα όμως η συζήτηση επιστρέφει σε έναν εντελώς διαφορετικό διεθνή περίγυρο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αυξανόμενη στρατηγική σημασία της Αρκτικής και του Βόρειου Ατλαντικού, η αβεβαιότητα στις διατλαντικές σχέσεις και η συζήτηση γύρω από τη Γροιλανδία έχουν αλλάξει αισθητά το γεωπολιτικό περιβάλλον.
Δεν θα ήταν σωστό να ειπωθεί ότι αυτές οι εξελίξεις δημιούργησαν το δημοψήφισμα. Η σημερινή ισλανδική κυβέρνηση είχε ήδη δεσμευτεί από τις 21 Δεκεμβρίου 2024 ότι θα διοργανώσει δημοψήφισμα για την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων το αργότερο έως το 2027. Είναι όμως σαφές ότι οι νέες διεθνείς συνθήκες δίνουν σήμερα μεγαλύτερο βάρος στο ερώτημα της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας.
Η περίπτωση της Ισλανδίας είναι ιδιαίτερη, επειδή η χώρα βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να είναι μέλος της. Συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, δηλαδή στο πλαίσιο που επιτρέπει στην Ισλανδία, στη Νορβηγία και στο Λιχτενστάιν να συμμετέχουν στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά χωρίς να είναι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι εφαρμόζει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων.
Η Ισλανδία συμμετέχει επίσης στον χώρο Σένγκεν, δηλαδή στη ζώνη των ευρωπαϊκών χωρών όπου έχουν καταργηθεί κατά κανόνα οι έλεγχοι στα κοινά εσωτερικά σύνορα. Η οικονομική σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι εξαιρετικά στενή. Το 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσώπευε περισσότερο από το μισό του συνολικού εμπορίου αγαθών της Ισλανδίας και απορροφούσε περίπου τα δύο τρίτα των ισλανδικών εξαγωγών αγαθών.
Εδώ βρίσκεται ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα της σημερινής συζήτησης. Η Ισλανδία συμμετέχει ήδη σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αγοράς και εφαρμόζει πολλούς ευρωπαϊκούς κανόνες, χωρίς όμως να συμμετέχει ως κράτος μέλος στα ευρωπαϊκά όργανα που λαμβάνουν τις τελικές πολιτικές αποφάσεις.
Για τους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής πορείας αυτό είναι επιχείρημα υπέρ της πλήρους συμμετοχής.
Για τους αντιπάλους της ένταξης ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Θεωρούν ότι το σημερινό μοντέλο προσφέρει πρόσβαση στην ενιαία αγορά χωρίς να απαιτεί πλήρη συμμετοχή σε ευρωπαϊκές πολιτικές που αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας.
Το πιο δύσκολο από αυτά τα ζητήματα είναι η αλιεία. Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική, δηλαδή το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα κανόνων για τη διαχείριση των αλιευτικών πόρων και των ποσοστώσεων, δεν καλύπτεται σήμερα από τη συμφωνία του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Η Ισλανδία διατηρεί επομένως τον έλεγχο της δικής της αλιευτικής πολιτικής και των αλιευτικών της ποσοστώσεων.
Για μια χώρα όπου η αλιεία δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό κλάδο, αλλά μέρος της ιστορίας, της περιφερειακής ανάπτυξης και της εθνικής ταυτότητας, αυτό μπορεί να αποδειχθεί το δυσκολότερο κεφάλαιο οποιασδήποτε νέας διαπραγμάτευσης.
Εφόσον επικρατήσει το «Ναι», η ισλανδική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να καταρτίσει νέους, επικαιροποιημένους διαπραγματευτικούς στόχους, ύστερα από ευρεία εσωτερική διαβούλευση, και να τους παρουσιάσει στο Alþingi, δηλαδή στο Κοινοβούλιο της Ισλανδίας. Ως βάση θα χρησιμοποιηθούν και οι προτεραιότητες των προηγούμενων διαπραγματεύσεων, μεταξύ των οποίων η διατήρηση του ελέγχου των αλιευτικών και ενεργειακών πόρων και η προστασία της ισλανδικής γεωργίας. Το αν και σε ποιο βαθμό μπορούν να εξασφαλιστούν αυτοί οι στόχοι είναι ακριβώς ένα από τα ζητήματα που θα κριθούν στις διαπραγματεύσεις.
Υπάρχει παράλληλα και η διάσταση της ασφάλειας. Η Ισλανδία είναι ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ, δηλαδή του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου, από το 1949. Δεν διαθέτει μόνιμες ένοπλες δυνάμεις και έχει μακρόχρονη αμυντική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συζήτηση για την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αφορά επομένως την αντικατάσταση του ΝΑΤΟ, αλλά ένα ευρύτερο ερώτημα οικονομικής ασφάλειας, πολιτικής επιρροής και της θέσης μιας μικρής χώρας σε μια περιοχή που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Και η ίδια η ισλανδική κοινωνία εμφανίζεται βαθιά διχασμένη. Λίγες ημέρες πριν από την κάλπη, δημοσκόπηση έδινε 46% υπέρ της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων, 46% κατά και 8% αναποφάσιστους.
Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ψηφοφορίας. Οι Ισλανδοί στις 29 Αυγούστου 2026 δεν καλούνται ακόμη να αποφασίσουν αν θέλουν να μπουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καλούνται πρώτα να αποφασίσουν αν θέλουν να ξανακαθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να δουν ποιοι ακριβώς θα μπορούσαν να είναι οι όροι μιας πιθανής ένταξης.
Και μόνο όταν αυτοί οι όροι βρεθούν πραγματικά πάνω στο τραπέζι θα έρθει η μεγάλη απόφαση.
(Ο Σάκης Αρναούτογλου είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής)

























