Με κομμένη την ανάσα αναμένουν κυβερνήσεις και αγορές σε όλο τον κόσμο την επικείμενη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο την Πέμπτη, καθώς το αποτέλεσμα των συνομιλιών ενδέχεται να καθορίσει την πορεία του παγκόσμιου εμπορίου, της γεωπολιτικής ισορροπίας και της διεθνούς οικονομίας τα επόμενα χρόνια.
Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αναμένεται να βρεθεί ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τους δασμούς και την τεχνολογία μέχρι τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών, την Ταϊβάν, τον πόλεμο με το Ιράν και την τεχνητή νοημοσύνη. Οι πρόσφατες κινήσεις του Πεκίνου να αναστείλει εξαγωγές κρίσιμων σπάνιων γαιών και μαγνητών, έχουν ήδη προκαλέσει αναταράξεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας, επηρεάζοντας άμεσα την Ευρώπη, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.
Αναλυτές εκτιμούν ότι σχεδόν κάθε χώρα έχει συμφέρον από την έκβαση της συνόδου. Ωστόσο, το κλίμα πριν από τη συνάντηση παραμένει τεταμένο. Η Ουάσιγκτον κατηγορεί το Πεκίνο για εκτεταμένη κλοπή αμερικανικής τεχνολογίας τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η Κίνα έχει καλέσει τις επιχειρήσεις της να μην συμμορφώνονται με τις αμερικανικές κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο. Παράλληλα, η κινεζική ηγεσία φιλοξένησε πρόσφατα τον υπουργό Εξωτερικών του Ιράν, εντείνοντας τις ανησυχίες στη Δύση.
Η συνάντηση, που είχε αρχικά προγραμματιστεί για τον Μάρτιο αλλά αναβλήθηκε λόγω της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, διεξάγεται σε μια περίοδο πρωτοφανούς ενεργειακής κρίσης. Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι πιθανή συνεργασία Ουάσινγκτον και Πεκίνου για την επαναλειτουργία των θαλάσσιων οδών στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσωρινή αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου και να ανακουφίσει τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκεντρώνει και το ζήτημα της Ταϊβάν. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Πεκίνο πιέζει την κυβέρνηση Τραμπ να περιορίσει τις αμερικανικές δεσμεύσεις ασφαλείας προς το νησί και να αναθεωρήσει την επίσημη αμερικανική στάση. Ακόμη και μια ασαφής αλλαγή ρητορικής από την Ουάσιγκτον θα μπορούσε να θεωρηθεί από το Πεκίνο ως σιωπηρή αποδοχή κινεζικής επιρροής στην Ταϊβάν, με σοβαρές γεωπολιτικές συνέπειες.
Στη Νοτιοανατολική Ασία, κυβερνήσεις και επιχειρήσεις παρακολουθούν στενά το ενδεχόμενο μεταβολής των αμερικανικών δασμών στα κινεζικά προϊόντα. Ενδεχόμενη μείωσή τους θα μπορούσε να περιορίσει το κίνητρο μεταφοράς παραγωγικών μονάδων από την Κίνα προς χώρες όπως το Βιετνάμ, αλλάζοντας ξανά τις ισορροπίες στην παγκόσμια βιομηχανία.
Την ίδια ώρα, Βρυξέλλες και Τόκιο φοβούνται ότι μια πιθανή εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος των δικών τους οικονομιών. Αναλυτές εκτιμούν ότι ενδεχόμενη συμφωνία για αυξημένες κινεζικές αγορές αμερικανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξήσει τις διεθνείς τιμές ενέργειας, ενώ παράλληλα να περιορίσει το μερίδιο αγοράς ευρωπαϊκών και ιαπωνικών επιχειρήσεων.
Στενά παρακολουθεί τις εξελίξεις και η Μόσχα. Η Ρωσία έχει εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στήριξη της Κίνας μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και οποιαδήποτε βελτίωση στις σχέσεις Ουάσιγκτον – Πεκίνου προκαλεί ανησυχία στο Κρεμλίνο.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν αναμένεται να επισκεφθεί το Πεκίνο λίγες ημέρες μετά την αναχώρηση του Τραμπ, σε μια κίνηση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια της Μόσχας να διασφαλίσει ότι η στρατηγική της σχέση με την Κίνα θα παραμείνει ισχυρή ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της κρίσιμης συνόδου κορυφής.



























