Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να προκαλέσει νέο παγκόσμιο σοκ στις τιμές των τροφίμων, καθώς η σύγκρουση διαταράσσει τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς διαδρόμους στον κόσμο. Αν και το πέρασμα είναι γνωστό κυρίως για τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, αποτελεί ταυτόχρονα βασική αρτηρία για τη διακίνηση λιπασμάτων που είναι κρίσιμα για την παγκόσμια γεωργική παραγωγή.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη διέλευση πλοίων μπορεί να αυξήσει το κόστος παραγωγής των αγροτών, να μειώσει τις αποδόσεις των καλλιεργειών και τελικά να οδηγήσει σε ακριβότερα τρόφιμα για τους καταναλωτές σε όλο τον κόσμο. Σύμφωνα με το International Food Policy Research Institute, η αύξηση των τιμών της ενέργειας και των αγροτικών εισροών ενδέχεται να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό στα τρόφιμα, τη στιγμή που σε πολλές χώρες οι τιμές είχαν αρχίσει να επιστρέφουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι το Στενό του Ορμούζ λειτουργεί ως «σημείο συμφόρησης» για την παγκόσμια αγορά λιπασμάτων. Χώρες όπως το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, το Ομάν και το Ιράν αποτελούν σημαντικούς προμηθευτές ουρίας και φωσφορικών λιπασμάτων, με μεγάλο μέρος των εξαγωγών τους να περνά από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα. Μια διακοπή στη ροή αυτών των προϊόντων θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις γεωργικές δραστηριότητες σε πολλές περιοχές του πλανήτη.
Οι πρώτες επιπτώσεις αναμένεται να γίνουν αισθητές στις χώρες του Περσικού Κόλπου, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές τροφίμων που φτάνουν μέσω του Ορμούζ. Εάν η ναυσιπλοΐα περιοριστεί, οι χώρες αυτές θα χρειαστεί να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές ή να μεταφέρουν προϊόντα μέσω χερσαίων ή αεροπορικών μεταφορών με πολύ υψηλότερο κόστος. Αν και πλουσιότερα κράτη όπως το Κατάρ, το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ διαθέτουν οικονομικά αποθέματα για να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων, φτωχότερες οικονομίες της περιοχής ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σοβαρότερες ελλείψεις.
Πέρα από τη Μέση Ανατολή, οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι εντοπίζονται στην υποσαχάρια Αφρική. Στην περιοχή αυτή, περισσότερο από το 90% των λιπασμάτων εισάγεται από το εξωτερικό, ενώ τα νοικοκυριά δαπανούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για τρόφιμα. Η πιθανή έλλειψη λιπασμάτων θα μπορούσε να πλήξει ιδιαίτερα καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι, που αποτελεί βασικό τρόφιμο για εκατομμύρια ανθρώπους.
Ανησυχία εκφράζεται και για τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία. Μεγάλες αγροτικές οικονομίες όπως η Ινδία, το Μπανγκλαντές, η Ταϊλάνδη και η Ινδονησία εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από λιπάσματα που εισάγονται από χώρες του Κόλπου. Εάν οι προμήθειες περιοριστούν, οι αγρότες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με απότομη αύξηση του κόστους κατά τη διάρκεια κρίσιμων περιόδων σποράς, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την παραγωγή βασικών προϊόντων όπως το ρύζι και το καλαμπόκι.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η κατάσταση θα μπορούσε να επηρεάσει και μεγάλους εξαγωγείς αγροτικών προϊόντων όπως η Βραζιλία, η οποία εισάγει περίπου το 85% των λιπασμάτων που χρησιμοποιεί. Μια παρατεταμένη διαταραχή στις αγορές λιπασμάτων θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος παραγωγής για καλλιέργειες όπως η σόγια και το καλαμπόκι, με συνέπειες στις διεθνείς αγορές τροφίμων.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η ενέργεια αποτελεί βασικό παράγοντα κόστους σε όλη την αλυσίδα τροφίμων, από τη λειτουργία των γεωργικών μηχανημάτων και την παραγωγή λιπασμάτων μέχρι τη μεταφορά και επεξεργασία των προϊόντων. Έτσι, ακόμη και αν οι γεωργικές αποδόσεις δεν μειωθούν άμεσα, η αύξηση των ενεργειακών τιμών μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε νέο κύμα παγκόσμιου πληθωρισμού στα τρόφιμα.
Η τελική έκταση του προβλήματος, σύμφωνα με οικονομολόγους της αγροτικής παραγωγής, θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια των διαταραχών στη ναυσιπλοΐα και από το πόσο γρήγορα θα μπορέσουν οι διεθνείς αγορές να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.




























