Για χρόνια ο Στίβεν Μίλερ ήταν απλά μια έντονη, συντηρητική φιγούρα στον πολιτικό κύκλο του Ντόναλντ Τραμπ. Πλέον έχει εξελιχθεί σε σημείο έντονης αντιπαράθεσης.
Το αμείλικτο και συγκρουσιακό του ύφος είναι εμφανές στη χάραξη πολιτικής στον Λευκό Οίκο: έδωσε ώθηση στη σκληρή μεταναστευτική ατζέντα του Τραμπ, ενώ έχει αυξημένη επιρροή σε ζητήματα επέκτασης της αμερικανικής ισχύος σε ολόκληρο το Δυτικό Ημισφαίριο.
Ο Στίβεν Μίλερ είναι ένα από τα ισχυρότερα πρόσωπα της κυβέρνησης Τραμπ. Για πολλούς στην Αριστερά ωστόσο, είναι απλά ένας «κακός» της υπόθεσης.
Στην Ουάσινγκτον, αφίσες με το πρόσωπό του βρίσκονται σε δημόσιους χώρους, με το μήνυμα «Ο φασισμός δεν είναι όμορφος».
Οι Δημοκρατικοί έχουν ζητήσει την παραίτησή του. Ακόμη και στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος έχουν αμφισβητήσει δημόσια τόσο την πολιτική του κρίση όσο και την αποτελεσματικότητά του.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Μίλερ βρέθηκε σε άγνωστα νερά: από παρασκηνιακός χειριστής, ήρθε ξαφνικά στο επίκεντρο της προσοχής, με τα λόγια και τις πράξεις του να περνούν από κόσκινο. Αναγκάστηκε να κάνει πίσω – έστω και προσωρινά.
«Πάντα δυνατός, ποτέ πίσω»
Λίγο μετά τη δολοφονία του Άλεξ Πρέτι στη Μινεάπολη, από πράκτορες της ICE, ο Μίλερ σε αναρτήσεις του στο Χ χαρακτήριζε το θύμα «εγχώριο τρομοκράτη» και «δολοφόνο». Μια συνηθισμένη εμπρηστική ρητορική για τον ίδιο.
Βιντεοληπτικό υλικό αποκάλυψε αργότερα ότι ο Πρέτι, αν και έφερε νόμιμα κατοχυρωμένο όπλο, δεν απείλησε τους πράκτορες της ICE, πριν δεχθεί επίθεση με σπρέι πιπεριού, ακινητοποιηθεί και πυροβοληθεί δέκα φορές.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο Μίλερ εξέδωσε δήλωση στα μέσα ενημέρωσης, υποστηρίζοντας ότι η αρχική εκτίμηση της κυβέρνησης για το περιστατικό «βασίστηκε σε αναφορές» από αξιωματικούς που βρίσκονταν στο σημείο της δολοφονίας και πως οι πράκτορες «ενδέχεται να μην ακολούθησαν» το προβλεπόμενο πρωτόκολλο.
Ήταν μια σπάνια υπαναχώρηση για τον συγκρουσιακό σύμβουλο του Τραμπ - αλλά όχι αρκετή για τους Δημοκρατικούς επικριτές του, οι οποίοι τον κατηγορούν ότι ενθαρρύνει τη βίαιη αντίδραση της ICE απέναντι σε διαδηλωτές.
«Ο Μίλερ είναι ένας διαταραγμένος, αιμοδιψής μισαλλόδοξος και οι πολιτικές του θέτουν ζωές σε κίνδυνο κάθε μέρα που παραμένει στην εξουσία», έγραψε ο βουλευτής Ντον Μπάιερ από τη Βιρτζίνια στην πλατφόρμα Bluesky.
Τον Μάιο, ήταν ο Μίλερ που απαίτησε από τις αρχές επιβολής της μεταναστευτικής νομοθεσίας να εντείνουν τις συλλήψεις και τις απελάσεις παράτυπων μεταναστών στις αμερικανικές πόλεις. Δήλωσε στο Fox News ότι η κυβέρνηση είχε θέσει στόχο 3.000 συλλήψεις την ημέρα, αριθμό που ξεπερνούσε κατά πολύ τα προηγούμενα επίπεδα.
Σύμφωνα με το Washington Examiner, σε μία συνάντηση ο Μίλερ «κατακεραύνωσε» ομοσπονδιακούς αξιωματούχους μετανάστευσης επειδή... δεν έκαναν αρκετά. Έκτοτε, η κυβέρνηση έχει εντείνει τις επιχειρήσεις σε όλο και περισσότερες μεγάλες πόλεις, όπως η Ουάσινγκτον, η Σάρλοτ, το Σικάγο και πιο πρόσφατα η Μινεάπολη.
«Ό,τι έχω κάνει, το έχω κάνει κατόπιν εντολής του προέδρου και του Στίβεν», δήλωσε πρόσφατα στο Axios η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νόεμ, απαντώντας στις επικρίσεις ότι εκείνη είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από τις σκληρές πρακτικές.
Όλο και λιγότεροι στηρίζουν τις τακτικές της ICE
Ο Μίλερ αρνείται ότι καθοδηγείται από ρατσισμό ή μισαλλοδοξία. Υπερασπίζεται τη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ ως υλοποίηση της λαϊκής εντολής.
Ωστόσο, σε μια φαινομενική απομάκρυνση από τη σκληρή γραμμή του, ο Τραμπ δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι «ίσως θα μπορούσαμε να έχουμε λίγο πιο ήπια προσέγγιση» στο μεταναστευτικό», μετά τους θανάτους του Άλεξ Πρέτι και της Ρενέ Γκουντ.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters-Ipsos, η συνολική αποδοχή της μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ έπεσε στο 39%, το χαμηλότερο επίπεδο από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο. Το 58% θεωρεί ότι οι τακτικές της ICE «έχουν ξεπεράσει τα όρια».
Αυτή η τάση φέρνει τον Μίλερ στο επίκεντρο της κριτικής, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί προετοιμάζονται για τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
«Ο Μίλερ είναι ο αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής μαζικών απελάσεων», δήλωσε ο σύμβουλος στρατηγικής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος Μπράιαν Λάνζα. «Τον Νοέμβριο θα μάθουμε αν θα χρεωθεί το κόστος. Οι ψηφοφόροι, στο τέλος της ημέρας, μπορεί να είναι αμείλικτοι».
«Κρίσιμος για την ψυχοσύνθεση του Τραμπ»
Ο Μίλερ, ωστόσο, έχει αποδείξει ότι ξέρει να επιβιώνει. Ένθερμος και εκδηλωτικός συντηρητικός ήδη από τα μαθητικά του χρόνια στη φιλελεύθερη Καλιφόρνια, από συνεργάτης γερουσιαστή έγινε στέλεχος προεκλογικής εκστρατείας, φθάνοντας μέχρι τον Λευκό Οίκο.
Το 2019 είχε δηλώσει στη Washington Post ότι «ένιωσα ηλεκτρισμό στην ψυχή μου» όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για την προεδρία των ΗΠΑ. Ο Μίλερ στάθηκε στο πλευρό του στις πιο σκοτεινές του στιγμές, μετά την εκλογική ήττα του 2020, την επίθεση υποστηρικτών του στο Καπιτώλιο και την πολιτική του απομόνωση από την Ουάσινγκτον. Και τον ακολούθησε ξανά στην επιστροφή του στην εξουσία πέρυσι.
«Ο Στίβεν Μίλερ είναι καθοριστικός για την ψυχοσύνθεση του Τραμπ», δήλωσε ο Λάνζα.
«Πάντα να προχωρά δυναμικά, ποτέ να μην κάνει πίσω. Ο Τραμπ ξέρει ότι μπορεί πάντα να βασίζεται στον Στίβεν για να στηρίξει αυτή τη στάση σε οποιοδήποτε ζήτημα».
Μιλώντας εκ μέρους του προέδρου
Ο επίσημος τίτλος του Μίλερ στον Λευκό Οίκο είναι αναπληρωτής προσωπάρχης για θέματα πολιτικής και σύμβουλος εσωτερικής ασφάλειας.
«Ο Στίβεν Μίλερ έχει υπηρετήσει πιστά τον πρόεδρο Τραμπ εδώ και χρόνια, επειδή είναι έξυπνος, εργατικός και πιστός», δήλωσε στο BBC η εκπρόσωπος Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολάιν Λέβιτ.
«Ο Στίβεν συντονίζει όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης, ώστε κάθε πολιτική -εσωτερική και εξωτερική - να εφαρμόζεται με πρωτοφανή ταχύτητα. Τα αποτελέσματα του τελευταίου έτους μιλούν από μόνα τους».
Κάποια στιγμή πέρυσι, το όνομα του Μίλερ είχε ακουστεί ως πιθανός σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Λευκού Οίκου, στη θέση του αποπεμφθέντος Μάικλ Γουόλτς — φήμες που ο πρόεδρος απέρριψε κατηγορηματικά.
«Ο Στίβεν βρίσκεται πολύ ψηλότερα στην ιεραρχία από αυτό», είπε ο Τραμπ.
Τον περασμένο Μάρτιο, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονταν να εξαπολύσουν αεροπορικές επιδρομές κατά των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη, μια σειρά μηνυμάτων στην εφαρμογή Signal, που κοινοποιήθηκαν κατά λάθος στον αρχισυντάκτη του Atlantic Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, αποκάλυψαν ότι ο Μίλερ ήταν στο επίκεντρο του σχεδιασμού από τον Λευκό Οίκο, εκφράζοντας τη βούληση του Αμερικανού προέδρου να προχωρήσει η επίθεση.
«Όπως το άκουσα εγώ, ο πρόεδρος ήταν ξεκάθαρος: πράσινο φως», έγραψε στην ομάδα ανώτερων συνεργατών, στην οποία συμμετείχαν ο αντιπρόεδρος Τζ.Ντ. Βανς, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Το περασμένο φθινόπωρο, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Μίλερ ανέλαβε την εποπτεία στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Καραϊβική με στόχο τον εντοπισμό και την καταστροφή σκαφών που φέρονταν να εμπλέκονται στη διακίνηση ναρκωτικών - επιχειρήσεις που εξελίχθηκαν τελικά στη επιτυχή απομάκρυνση του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από την εξουσία στις αρχές Ιανουαρίου.
Όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε από το θέρετρό του στο Μαρ-α-Λάγκο την επιτυχή επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του Μαδούρο, ο Μίλερ ήταν ανάμεσα στους ελάχιστους κορυφαίους αξιωματούχους που στέκονταν πίσω από τον πρόεδρο.
Ο ρόλος του Μίλερ στην εξωτερική πολιτική, σημειώνει ο Λάνζα, είναι ασυνήθιστος - αλλά ταιριάζει με τον ανορθόδοξο χαρακτήρα του Λευκού Οίκου.
«Ο Στίβεν είναι αρκετά έξυπνος για να γνωρίζει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ένας παραδοσιακός πρόεδρος και πως στρέφεται προς όσους βρίσκονται γύρω του για συμβουλές και απόψεις», αναφέρει ο Λάνζα.
«Δεν θα είχε την ίδια επιτυχία υπό έναν πιο παραδοσιακό πρόεδρο», πρόσθεσε.
Μετά την επιδρομή στη Βενεζουέλα, ο Μίλερ εμφανίστηκε στο CNN για να υπερασπιστεί μια διευρυμένη κοσμοθεωρία της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία τοποθετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ως την κυρίαρχη δύναμη σε ολόκληρο το Δυτικό Ημισφαίριο - ακόμη κι αν αυτό σημαίνει σύγκρουση με παραδοσιακούς συμμάχους.
Ήταν η σύζυγος του Μίλερ, η επιδραστική podcaster και πρώην συνεργάτιδα του Τραμπ, Κέιτι Μίλερ, της οποίας η ανάρτηση στο X με μια Γροιλανδία τυλιγμένη με την αμερικανική σημαία επανέφερε στην επικαιρότητα την επιθυμία του προέδρου να αποκτήσει το δανικό έδαφος, λίγες μόλις ώρες μετά την επίθεση στη Βενεζουέλα.
Με πληροφορίες από BBC






























