Η οικονομική διάθεση στις Ηνωμένες Πολιτείες επιδεινώθηκε τον Ιανουάριο - φτάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δέκα και πλέον ετών, καθώς οι καταναλωτές ανησυχούν για τις γεωπολιτικές εντάσεις, το κόστος ζωής και τις συνεχείς εμπορικές διενέξεις του προέδρου Τραμπ.
Ο Δείκτης Καταναλωτικής Εμπιστοσύνης του Conference Board για τον Ιανουάριο, που δημοσιεύθηκε χθες Τρίτη, μειώθηκε κατά 9,7 μονάδες, στις 84,5 μονάδες - το χαμηλότερο επίπεδο από το 2014, ξεπερνώντας τα χαμηλά της περασμένης χρονιάς, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε αυστηρούς δασμούς, καθώς και την ύφεση της πανδημίας του 2020.
Η μέτρηση του Ιανουαρίου ήταν πολύ χαμηλότερη από τις 91,1 μονάδες που προέβλεπαν οι οικονομολόγοι σε δημοσκόπηση της εταιρείας δεδομένων FactSet.
Οι δείκτες που αποτυπώνουν το πώς αισθάνονται οι Αμερικανοί για τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες και τις προσδοκίες τους για το μέλλον της οικονομίας των ΗΠΑ σημείωσαν και οι δύο απότομη πτώση αυτόν τον μήνα.
«Και τα πέντε επιμέρους στοιχεία του Δείκτη επιδεινώθηκαν, οδηγώντας τον συνολικό Δείκτη στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2014 (82,2) - ξεπερνώντας τα χαμηλά της περιόδου της πανδημίας Covid-19», δήλωσε σε ανακοίνωση η Ντάνα Πίτερσον, επικεφαλής οικονομολόγος του Conference Board.
«Οι αναφορές στις τιμές και τον πληθωρισμό, στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και στις τιμές τροφίμων και ειδών παντοπωλείου παρέμειναν αυξημένες. Οι αναφορές σε δασμούς και εμπόριο, στην πολιτική και στην αγορά εργασίας αυξήθηκαν επίσης τον Ιανουάριο, ενώ οι αναφορές στην υγεία/ασφάλιση και στον πόλεμο παρουσίασαν μικρή άνοδο», πρόσθεσε.
Τον τελευταίο μήνα, η κυβέρνηση Τραμπ συνέλαβετον πρώην ηγέτη της Βενεζουέλας· απείλησε με μαζικούς δασμούς τον Καναδά και ευρωπαϊκές χώρες· δήλωσε την πρόθεσή της να αγοράσει τη Γροιλανδία· ενώ συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στην πολιτικά ανεξάρτητη Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Οι Αμερικανοί καταναλωτές παραμένουν απογοητευμένοι από το αυξημένο κόστος ζωής στη χώρα, ιδίως καθώς οι εργοδότες προσλαμβάνουν με ασθενείς ρυθμούς και όσοι είναι ασφαλισμένοι μέσω του Affordable Care Act βλέπουν τα ασφάλιστρά τους να εκτοξεύονται.
«Οι Αμερικανοί είναι απογοητευμένοι με την άνοδο των τιμών στα τρόφιμα και στην ηλεκτρική ενέργεια και φοβούνται την υπαναχώρηση στις προσλήψεις που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή», δήλωσε σε σχόλιο που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη η Χέδερ Λονγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Navy Federal Credit Union. «Η οικονομία σε σχήμα Κ είναι εξαιρετική για το πλουσιότερο 20%, αλλά πολλοί Αμερικανοί της μεσαίας τάξης και με μέτρια εισοδήματα μετά βίας τα βγάζουν πέρα».
Τι σημαίνει αυτό για την οικονομική ανάπτυξη και τις δαπάνες
Τα τελευταία χρόνια, η απαισιοδοξία των Αμερικανών δεν έχει μεταφραστεί σε ασθενέστερη κατανάλωση, κάτι που ενδέχεται να ισχύσει και αυτή τη φορά, ιδίως καθώς οι φορολογούμενοι αναμένεται να λάβουν μεγαλύτερες επιστροφές φόρου.
Το καλοκαίρι του 2022, όταν ο πληθωρισμός έφτασε σε υψηλό τεσσάρων δεκαετιών και η καταναλωτική εμπιστοσύνη κατέρρευσε, οι Αμερικανοί συνέχισαν να δαπανούν. Το ίδιο συνέβη και πέρυσι, όταν οι δασμοί του Τραμπ δυσαρέστησαν τους Αμερικάνους.
«Παρότι οι δαπάνες διατηρήθηκαν κατά την εορταστική περίοδο, η τελευταία απότομη πτώση των μετρήσεων της έρευνας εκπέμπει ένα προειδοποιητικό σήμα για ασθενέστερη δραστηριότητα κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026», ανέφερε σε αναλυτικό σημείωμα την Τρίτη ο Μπεν Έιερς, οικονομολόγος της Nationwide.
«Αναμένουμε ότι οι μεγαλύτερες επιστροφές φόρου και η πρόσθετη δημοσιονομική τόνωση θα δώσουν μια ώθηση σε πολλά νοικοκυριά που ανησυχούν για την επιβραδυνόμενη αγορά εργασίας και την άνοδο των τιμών».
Η περίοδος υποβολής φορολογικών δηλώσεων έχει επισήμως ξεκινήσει και το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι οι επιστροφές φόρου θα αυξηθούν κατά μέσο όρο κατά 1.000 δολάρια φέτος ανά νοικοκυριό.
Ωστόσο, η ασθενής αύξηση της απασχόλησης αναμένεται να συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, σύμφωνα με τους περισσότερους οικονομολόγους. Αυτό αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για τους πρόσφατους αποφοίτους πανεπιστημίων, αλλά και για όσους έχουν απολυθεί.
Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Conference Board, περισσότερο από το 55% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι είναι δύσκολο να βρει κανείς δουλειά, το υψηλότερο ποσοστό από την περίοδο της πανδημίας. Οι ερωτηθέντες ανέφεραν επίσης ότι είναι απαισιόδοξοι για την πορεία της αγοράς εργασίας.
Ο Τζέφρι Ρόουτς, επικεφαλής οικονομολόγος της LPL Financial, συμμερίστηκε αυτή την εκτίμηση σε σημείωμά του την Τρίτη, γράφοντας: «Αναμένεται αύξηση του ποσοστού ανεργίας».
«Η εκτίμησή μου είναι ότι η εγχώρια οικονομία θα μπορούσε να προσεγγίσει ποσοστό ανεργίας 4,6% (το δεύτερο τρίμηνο), με ανοδικούς κινδύνους αργότερα μέσα στο έτος. Αυτό θα επιβαρύνει τις λιανικές πωλήσεις τους επόμενους μήνες», πρόσθεσε.






























