Οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου υποχωρούν τη Δευτέρα, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Βενεζουέλα και το κατά πόσο αυτές μπορούν να διαταράξουν τις εξαγωγές αργού, σε μια αγορά που παραμένει καλά εφοδιασμένη. Το αμερικανικό αργό (WTI) διαμορφώνεται στα 56,92 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας πτώση 0,7%, ενώ το Μπρεντ υποχωρεί στα 60,39 δολάρια, με απώλειες 0,59%.
Η πίεση στις τιμές ήρθε μετά την αιφνιδιαστική σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από τις Ηνωμένες Πολιτείες το Σαββατοκύριακο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον προτίθεται να αναλάβει τον έλεγχο της πετρελαιοπαραγωγού χώρας, διευκρινίζοντας ότι το αμερικανικό εμπάργκο στο βενεζουελανό πετρέλαιο παραμένει σε πλήρη ισχύ.
Παρά τη δραματική πολιτική εξέλιξη, πηγές με γνώση των δραστηριοτήτων της κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Petróleos de Venezuela ανέφεραν ότι η επιχείρηση για τη σύλληψη του Μαδούρο δεν προκάλεσε ζημιές στην παραγωγή ή στη διύλιση. Αναλυτές σημειώνουν ότι, σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον αυξημένης προσφοράς, ακόμη και περαιτέρω διαταραχές στις εξαγωγές της Βενεζουέλας δύσκολα θα είχαν άμεσο και έντονο αντίκτυπο στις τιμές.
Σε σημείωμά της, η Goldman Sachs εκτίμησε ότι οι κίνδυνοι για τις τιμές του πετρελαίου από τη Βενεζουέλα είναι «αμφίσημοι αλλά περιορισμένοι βραχυπρόθεσμα», διατηρώντας αμετάβλητες τις προβλέψεις της για το 2026.
Αντίστοιχα, η RBC Capital Markets σημείωσε ότι μια ομαλή πολιτική μετάβαση και πλήρης άρση κυρώσεων θα μπορούσε να απελευθερώσει αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως μέσα σε έναν χρόνο, προειδοποιώντας ωστόσο ότι σε ένα χαοτικό σενάριο «όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά», όπως συνέβη στο παρελθόν σε χώρες όπως η Λιβύη και το Ιράκ.
Την ίδια ώρα, αξιωματούχος της Βενεζουέλας δήλωσε την Κυριακή ότι η κυβέρνηση παραμένει ενωμένη πίσω από τον Μαδούρο, ενώ ο οργανισμός OPEC και οι σύμμαχοί του (OPEC+) αποφάσισαν να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επίπεδα παραγωγής τους. Οι αγορές παρακολουθούν επίσης τις αντιδράσεις του Ιράν, μετά τις απειλές Τραμπ για παρέμβαση στην καταστολή διαδηλώσεων, γεγονός που εντείνει τις γεωπολιτικές ανησυχίες.
Η σύλληψη του Μαδούρο επανέφερε στο προσκήνιο τον έλεγχο των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας και το ερώτημα αν μπορούν να αναβιώσουν μετά από δεκαετίες παρακμής. Σύμφωνα με αναλυτές, η PDVSA διατηρεί τον βασικό έλεγχο της παραγωγής και των αποθεμάτων, με την αμερικανική Chevron να δραστηριοποιείται στη χώρα μέσω ιδίων έργων και κοινοπραξιών, ενώ ρωσικές και κινεζικές εταιρείες συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό. Ευρωπαϊκοί όμιλοι όπως η Repsol και η Eni θεωρούνται επίσης δυνητικοί ωφελημένοι σε περίπτωση φιλοεπενδυτικής στροφής.
Η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας, η οποία εθνικοποιήθηκε τη δεκαετία του 1970, είχε φτάσει σε κορύφωση παραγωγής 3,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως το 1997, αλλά σήμερα εκτιμάται ότι παράγει λιγότερο από 1 εκατ. βαρέλια. Ειδικοί προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε αλλαγή καθεστώτος ενδέχεται να διαταράξει προσωρινά τις εμπορικές ροές, καθώς οι αγοραστές θα δυσκολεύονται να γνωρίζουν σε ποιον να κατευθύνουν τις πληρωμές τους, ενώ οι πρόσφατες αμερικανικές κυρώσεις σε «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων έχουν ήδη περιορίσει τις εξαγωγές.
Παρότι η Chevron αναμένεται να συνεχίσει να εξάγει περίπου 150.000 βαρέλια ημερησίως, περιορίζοντας τον άμεσο αντίκτυπο στην προσφορά, η αβεβαιότητα θα μπορούσε να προσθέσει ένα βραχυπρόθεσμο ασφάλιστρο κινδύνου της τάξης των 3 δολαρίων ανά βαρέλι. Ωστόσο, όπως σημειώνουν αναλυτές, η παγκόσμια αγορά δείχνει προς το παρόν να κατευθύνεται σε υπερπροσφορά.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η σημασία της Βενεζουέλας συνδέεται με το βαρύ και όξινο αργό της, το οποίο είναι ιδιαίτερα περιζήτητο από σύνθετα διυλιστήρια, κυρίως στις ΗΠΑ. Παρά ταύτα, ακόμη και σε περίπτωση ταχείας εγκατάστασης νέας κυβέρνησης οι ειδικοί εκτιμούν ότι η ουσιαστική ανάκαμψη θα απαιτήσει χρόνια και επενδύσεις τουλάχιστον 10 δισ. δολαρίων ετησίως, σε ένα σταθερό και ασφαλές πολιτικό περιβάλλον.




























