Σοβαρά ερωτήματα για το ποια κυβέρνηση της Βενεζουέλας αναγνωρίζουν τελικά οι ΗΠΑ και ποιος ελέγχει τους τεράστιους φυσικούς πόρους της χώρας εγείρει η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να τοποθετήσει προσωρινά έσοδα ύψους 500 εκατ. δολαρίων από πωλήσεις βενεζουελάνικου πετρελαίου σε λογαριασμό στο Κατάρ, μετά τη σύλληψη του πρώην προέδρου Νικολάς Μαδούρο.
Η Ουάσιγκτον βρίσκεται σήμερα σε στενή συνεργασία με τους διαδόχους του καθεστώτος Μαδούρο, υπό τη μεταβατική πρόεδρο Ντέλσι Ροντρίγκεζ, παρότι δεν αναγνωρίζει επίσημα την κυβέρνησή της. Η στάση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική της πρώτης θητείας Τραμπ, όταν οι ΗΠΑ είχαν αναγνωρίσει ως μοναδικό νόμιμο εκπρόσωπο του λαού της Βενεζουέλας την αντιπολιτευόμενη Εθνοσυνέλευση του 2015.
Στις 9 Ιανουαρίου, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που προβλέπει ότι τα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου της Βενεζουέλας θα κατατίθενται σε λογαριασμό του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ως κυριαρχική περιουσία του κράτους της Βενεζουέλας η οποία τελεί υπό την επιμέλεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Το διάταγμα, ωστόσο, δεν διευκρινίζει σε ποια κυβέρνηση αναφέρεται, αφήνοντας ανοιχτό το ζήτημα της πολιτικής και νομικής αναγνώρισης.
Η αναγνώριση της Εθνοσυνέλευσης του 2015 το 2019 σημαίνει ότι, θεωρητικά, τα έσοδα θα έπρεπε να βρίσκονται υπό τον έλεγχο της αντιπολίτευσης, γεγονός που περιπλέκει τη συνεργασία της κυβέρνησης Τραμπ με τη Ροντρίγκεζ. Παρά ταύτα, η μεταβατική κυβέρνηση της Βενεζουέλας έχει συμφωνήσει στην αποστολή 50 εκατ. βαρελιών αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ, με την αμερικανική πλευρά να ελέγχει τη διαδικασία πώλησης. Ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ δήλωσε ότι το καθεστώς αυτό θα συνεχιστεί επ’ αόριστον, ώστε να διατηρηθεί πίεση προς το Καράκας για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.
Ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ανέφερε στο Κογκρέσο ότι η επιλογή του Κατάρ έγινε ως προσωρινή λύση για να παρακαμφθεί το ζήτημα της αναγνώρισης, δεδομένου ότι η Ντόχα αναγνωρίζει το καθεστώς Μαδούρο ως νόμιμη κυβέρνηση της Βενεζουέλας. Όπως σημείωσε, το «ζήτημα αναγνώρισης» παραμένει υπό επεξεργασία και απαιτούνται «δημιουργικές νομικές λύσεις» προκειμένου να διατηρηθεί η επίσημη αμερικανική θέση υπέρ της Εθνοσυνέλευσης του 2015. Σύμφωνα με αξιωματούχο της κυβέρνησης Τραμπ, έχει ήδη δημιουργηθεί λογαριασμός στο υπουργείο Οικονομικών για την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, μέσω του οποίου θα διοχετεύονται μελλοντικά έσοδα από φυσικούς πόρους, ενώ τα αρχικά 500 εκατ. δολάρια που βρίσκονταν στο Κατάρ έχουν ήδη μεταφερθεί στη Βενεζουέλα.
Ο Ρούμπιο χαρακτήρισε τη γραμμή επικοινωνίας με τη Ροντρίγκεζ «σεβαστή και παραγωγική», κάνοντας λόγο για μια ρεαλιστική προσέγγιση στη φάση «μετάβασης και σταθεροποίησης» της χώρας. Τόνισε, ωστόσο, ότι η παρούσα κατάσταση δεν αποτελεί τον τελικό στόχο, καθώς η Ουάσινγκτον επιδιώκει τη σταδιακή απομάκρυνση από το υφιστάμενο σύστημα και τη δημιουργία μιας κανονικής πετρελαϊκής βιομηχανίας που θα λειτουργεί απευθείας στις διεθνείς αγορές.
Την ίδια στιγμή, Δημοκρατικοί βουλευτές στο Κογκρέσο αμφισβητούν τη νομιμότητα της συμφωνίας, προειδοποιώντας αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες για ενδεχόμενους νομικούς κινδύνους εάν συμμετάσχουν στις πωλήσεις.
Όπως επισημαίνουν, η κυβέρνηση δεν έχει εξηγήσει επαρκώς πώς εφαρμόζεται ο νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης, ο οποίος επιτρέπει την κατάσχεση ξένης περιουσίας μόνο σε περιπτώσεις πολέμου ή άμεσης επίθεσης κατά των ΗΠΑ. Ο Ρούμπιο απάντησε ότι οι ΗΠΑ δεν κατάσχουν τα χρήματα της Βενεζουέλας, αλλά απλώς ελέγχουν τη διάθεσή τους, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για έναν προσωρινό και όχι μόνιμο μηχανισμό.






























