Για να καταλάβουμε καλύτερα τι έγινε στη χτεσινή συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζιπίνγκ στη Νότια Κορέα, πρέπει να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στη σύγκριση των οικονομιών των ΗΠΑ και της Κίνας τα τελευταία 20 χρόνια.
2005-2025
To 2005 το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ ήταν 19,4 τρισεκατομμύρια δολάρια και της Κίνας 2,3. Το ΑΕΠ των ΗΠΑ αντιπροσώπευε περίπου το 27% της παγκόσμιας οικονομίας και της Κίνας περίπου το 4,7%, Το 2005 η οικονομία των ΗΠΑ αντιπροσώπευε το 85% του αθροίσματος των ΑΕΠ ΗΠΑ και Κίνας.
Το 2025 το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ υπολογίζεται ότι θα φτάσει 30,6 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ της Κίνας στα 19,4 τρισεκατομμύρια. Το 2025 το ΑΕΠ των ΗΠΑ υπολογίζεται ότι αντιπροσωπεύει το 25-26% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ της Κίνας το 12-13%. Για την τρέχουσα χρονιά, το αμερικανικό ΑΕΠ αντιπροσωπεύει γύρω στο 61% του αθροίσματος των ΑΕΠ των δύο χωρών.
Στα 20 αυτά χρόνια, το ονομαστικό ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε συνολικά κατά 135%, ενώ της Κίνας κατά 743%, δηλαδή 5,5 φορές παραπάνω. Αυτή η αλματώδης άνοδος επέτρεψε στην Κίνα να περάσει από την τέταρτη στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης των οικονομιών. Να σημειώσουμε ότι οι ακριβείς αριθμοί μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με την πηγή, αλλά η τάξη μεγέθους είναι η ίδια.
Από τα συγκριτικά στοιχεία των ονομαστικών ΑΕΠ μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι:
1. Οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου, αλλά δεν έχει αυξηθεί το μερίδιό τους στην παγκόσμια οικονομία.
2. Η Κίνα έχει σημειώσει μια εκρηκτική άνοδο χάρη στην οποία έχει καλύψει μεγάλο μέρος της διαφοράς της με τις ΗΠΑ. Παρόλο που παραμένει αρκετά πίσω από την αμερικανική οικονομία, η κινεζική οικονομία είναι πια πανίσχυρη.
Καταγράφηκε ο συσχετισμός
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι στη χτεσινή συνάντηση στη Νότια Κορέα μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζιπίνγκ αποτυπώθηκε ο συσχετισμός των οικονομιών ΗΠΑ και Κίνας, όπως επίσης και η αλληλεξάρτησή τους. Το βασικό αποτέλεσμα της συνάντησης είναι ότι η αντιπαράθεση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών δεν θα εξελιχθεί σε ανοιχτό εμπορικό πόλεμο, για τον επόμενο χρόνο τουλάχιστον. Αποφεύχθηκε δηλαδή η κλιμάκωση, χωρίς όμως να επιστρέψουν οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών στην προ Τραμπ κατάσταση.
Ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι κατήγαγε έναν ακόμα θρίαμβο, αφού η Κίνα δεν θα βάλει πάγο στην αγορά αμερικάνικης σόγιας, δεν θα επιβάλει περαιτέρω περιορισμούς στην εξαγωγή σπάνιων γαιών και θα πάρει περισσότερα μέτρα για τον περιορισμό της εξαγωγής χημικών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του ναρκωτικού φαιντανίλη.
Ωστόσο, ο Τραμπ έδωσε ανταλλάγματα στον Σι για ό,τι πήρε. Οι επιπλέον δασμοί του 20% στα κινεζικά προϊόντα θα μειωθούν στο μισό, δεν θα επιβληθούν περιορισμοί στην εξαγωγή αμερικανικής τεχνολογίας στην Κίνα και τα κινεζικά πλοία δεν θα επιβαρυνθούν με τέλη όταν ελλιμενίζονται σε αμερικανικά λιμάνια.
Μπορεί προς το παρόν να σταμάτησε η πορεία προς τον εμπορικό πόλεμο, αλλά η σημερινή κατάσταση είναι πολύ διαφορετική από ό,τι πριν λίγα χρόνια, όταν το διεθνές εμπόριο δε υφίστατο περιορισμούς. Είναι ενδεικτικό ότι, παρά τη συμφωνηθείσα μείωση, οι αμερικανικοί δασμοί στα κινεζικά προϊόντα φτάνουν το 47%.
Η Κίνα δεν είναι Ιαπωνία
Η εικόνα που βγαίνει από τη Νότια Κορέα είναι πολύ διαφορετική από εκείνη της διάσκεψης του Σαρμ Ελ Σέιχ πριν 20 μέρες. Τότε ο Τραμπ βγήκε θριαμβευτής, στέλνοντας το μήνυμα ότι είναι ο κυρίαρχος της Μέσης Ανατολής και του παγκόσμιου συστήματος. Χτες στην Κορέα το αποτέλεσμα ήταν κάτι μεταξύ ισοπαλίας και νίκης της Κίνας – παρά τα όσα ισχυρίζεται ο Τραμπ. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι τα κινεζικά προϊόντα παραμένουν ανταγωνιστικά στην αμερικανική αγορά. Πιο σημαντικό είναι ότι η Κίνα απέδειξε τη δυνατότητά της να ασκήσει μεγάλη πίεση στις ΗΠΑ. Βασικό όπλο του Σι ήταν ασφαλώς η απειλή εμπάργκο στην εξαγωγή σπάνιων γαιών – η Κίνα ελέγχει το 70% αυτών των μεταλλικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στα ηλεκτρονικά, τις ΑΠΕ, τα λέιζερ και την άμυνα.
Πέρα από τις σπάνιες γαίες, η Κίνα διαθέτει μια οικονομία με τεράστια ισχύ και διεθνή διασύνδεση, ενώ ο στρατός της είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος του κόσμου και αναπτύσσεται ραγδαία. Η Κίνα δηλαδή δεν έχει την ευαλωτότητα της Ιαπωνίας, η οποία τη δεκαετία του ’80 υποχρεώθηκε από τις ΗΠΑ να ανοίξει την αγορά της και να ανατιμήσει το γεν, με αποτέλεσμα να επιβραδυνθεί έκτοτε η ανάπτυξή της.
Το ότι η Κίνα δεν είναι Ιαπωνία, δεν σημαίνει ότι μπορεί να αψηφήσει την πίεση των ΗΠΑ – γι’ αυτό ο Σι επέλεξε τον δρόμο του συμβιβασμού. Ωστόσο, ο Κινέζος Πρόεδρος έδειξε χτες στον κόσμο τα όρια της δύναμης των ΗΠΑ.
































