Μέσα στον ορυμαγδό των ζητημάτων που απασχολούν την ελληνική κοινωνία, ξαναγυρίσαμε και στον «Καιρό του Βουλγαροκτόνου», για να θυμηθούμε την Π. Δέλτα. Πολλοί Έλληνες, ειδικά νέοι και νέες, άκουσαν για πρώτη φορά το όνομα του Τσάρου της Βουλγαρίας Σαμουήλ με αφορμή μια ιστορία πολιτιστικής, οικονομικής και ενεργειακής διπλωματίας. Αναφερόμαστε στη συμφωνία «ανταλλαγής» κειμηλίων Ελλάδας και Βουλγαρίας που έχει στο επίκεντρο τα (θεωρούμενα;) οστά του τσάρου Σαμουήλ.
Η συμφωνία προβλέπει την επιστροφή στην Βουλγαρία των οστών του Τσάρου Σαμουήλ, που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο ανασκαφικής αρχαιολογικής έρευνας, το 1965, στην Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου, από τον Καθηγητή Ν. Μουτσόπουλο. Προβλέπει αντίστοιχα την επιστροφή στην Ελλάδα 48 κειμηλίων, ένας απειροελάχιστος αριθμός από τα χιλιάδες τα οποία είχαν κλαπεί από ελληνικές μονές και μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, κατά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, μιλώντας στα εγκαίνια της έκθεσης στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, χαρακτήρισε την ημέρα «ξεχωριστή» για το Μουσείο και για ολόκληρη τη Μακεδονία.
Εδώ όμως αρχίζουν τα ερωτήματα που αφορούν τόσο το «ισοβαρές» της ανταλλαγής όσο και το αν πρόκειται για «επαναπατρισμό» πολιτιστικών αγαθών που εκλάπησαν σε περίοδο πολέμου. Για να προσεγγίσουμε τα ερωτήματα πρέπει αρχικά να έχουμε υπόψη πως η επιστροφή των οστών του Σαμουήλ έχει για την βουλγαρική πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα τη σημασία που είχαν για την ελληνική τα ευρήματα της Βεργίνας. Αναγκαίο λοιπόν να μιλήσουμε για τον εθνικό ήρωα των γειτόνων, τον μεγάλο «ηττημένο».
Ο Σαμουήλ και το Βυζάντιο
Ο Σαμουήλ αποτελεί μία από τις εμβληματικές προσωπικότητες της μεσαιωνικής βουλγαρικής ιστορίας, συνδέεται άρρηκτα με τον αγώνα των Βουλγάρων για κατοχύρωση ζωτικού χώρου στη Βαλκανική και ανεξαρτησία από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, κατά τα τέλη του 10ου και τις αρχές του 11ου αιώνα.
Γεννήθηκε κατά το πρώτο μισό του 10ου αιώνα και ανήκε σε ισχυρή αριστοκρατική οικογένεια. Η άνοδός του στην εξουσία πραγματοποιήθηκε σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για το βουλγαρικό κράτος λόγω της επέκτασης της βυζαντινής επιρροής και την κατάκτηση σημαντικών βουλγαρικών εδαφών. Ο Σαμουήλ δημιούργησε το βασικό κέντρο της εξουσίας του στις δυτικές περιοχές της Βαλκανικής, με σημαντικό διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο την Πρέσπα και αργότερα την Αχρίδα.
Το 997 μ. Χ. αναγνωρίστηκε ως τσάρος της Βουλγαρίας, επιδίωξε να διατηρήσει την κρατική υπόσταση και την πολιτική αυτονομία της χώρας του, αντιμετωπίζοντας τις στρατιωτικές εκστρατείες του Βυζαντινού αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄. Ιδιαίτερα σημαντική για τη συλλογική μνήμη των Βουλγάρων υπήρξε η μάχη στο Κλειδί το 1014, στη σημερινή νοτιοδυτική Βουλγαρία, κοντά στο χωριό Klyuch, στην επαρχία Μπλαγκόεβγκραντ. Ο βυζαντινός στρατός πέτυχε αποφασιστική νίκη εναντίον των δυνάμεων του Σαμουήλ κι ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ διέταξε τον ακρωτηριασμό και την τύφλωση χιλιάδων Βουλγάρων αιχμαλώτων, αφήνοντας έναν μονόφθαλμο άνδρα ανά εκατό για να οδηγήσει τους υπόλοιπους πίσω στον ηγεμόνα τους. Κέρδισε «επάξια» με την πράξη του αυτή το προσωνύμιο «Βουλγαροκτόνος», για αιώνες το επίσημο εθνικό αφήγημα το είχε για καμάρι, τα τελευταία χρόνια και κάτω από τη διεθνή κατακραυγή για το φρικαλέο έγκλημα πολέμου επιχειρείται να αντικατασταθεί από το εύηχο «Μακεδών». Ο Τζέιμς Πάρις επικρατεί της Πηνελόπης Δέλτα...
Η θέα των τυφλωμένων στρατιωτών του προκάλεσε, σύμφωνα με την παράδοση, μεγάλη ψυχική οδύνη στον Σαμουήλ, ο οποίος πέθανε λίγους μήνες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου 1014. Το συγκεκριμένο γεγονός απέκτησε ιδιαίτερη θέση στη βουλγαρική ιστορική μνήμη. Η εικόνα του ηγεμόνα που βλέπει τον στρατό του να καταστρέφεται συμβολίζει την τραγωδία ενός λαού που αγωνίζεται για την ελευθερία του. Ο Σαμουήλ παρουσιάζεται ως τραγικός ήρωας, ο οποίος, παρά τις αντιξοότητες και την τελική ήττα, δεν εγκατέλειψε τον αγώνα του.
Η βουλγαρική κοινωνία την εποχή του Σαμουήλ
Η ιστορική σημασία του Σαμουήλ δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές του συγκρούσεις.. Κατά την περίοδο της κυριαρχίας του, η Αχρίδα εξελίχθηκε σε σημαντικό πολιτικό και εκκλησιαστικό κέντρο, ενώ η βουλγαρική κρατική και εκκλησιαστική παράδοση συνέχισε να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στις δυτικές περιοχές της Βαλκανικής.
Η βουλγαρική κοινωνία στα τέλη του 10ου και στις αρχές του 11ου αιώνα ήταν κατά κύριο λόγο αγροτική, η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν βασικές πηγές διαβίωσης. Οι αγρότες αποτελούσαν τη βάση της οικονομικής ζωής και εξασφάλιζαν, μέσω της παραγωγής τους, τη συντήρηση των οικογενειών τους, την καταβολή φόρων και την τροφοδοσία του στρατού. Η συνεχής πολεμική αντιπαράθεση με το Βυζάντιο επιβάρυνε επιπλέον τον αγροτικό πληθυσμό. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι μετακινήσεις στρατευμάτων και οι καταστροφές καλλιεργειών περιόριζαν την παραγωγή και προκαλούσαν επισιτιστικές δυσκολίες.
Η κοινωνία της εποχής χαρακτηριζόταν από σαφή ιεραρχία. Στην κορυφή βρισκόταν ο τσάρος ενώ σημαντική θέση κατείχαν οι τοπικοί άρχοντες, οι στρατιωτικοί διοικητές και οι αριστοκρατικές οικογένειες, που διέθεταν γη, πλούτο και πολιτική επιρροή. Η διακυβέρνηση του Σαμουήλ στηριζόταν στην εξασφάλιση της συνεργασίας αυτών των ισχυρών ομάδων. Σε ένα κράτος που βρισκόταν σχεδόν διαρκώς σε πόλεμο, η αφοσίωση των τοπικών ηγετών ήταν καθοριστική για τη στρατολόγηση ανδρών, την προστασία των οχυρώσεων και τη διατήρηση του ελέγχου των επαρχιών που στέναζαν από τον πόλεμο και την εκμετάλλευση, ιδιαίτερα οι κάτοικοι των περιοχών που βρίσκονταν κοντά στα μέτωπα.
Η ανάγκη συντήρησης του στρατού απαιτούσε ανθρώπινους και υλικούς πόρους, επιβαρύνοντας τις τοπικές κοινότητες με αποτέλεσμα την φτώχεια και την εξαθλίωση, γεγονός που δεν συνάδει φυσικά με το προφίλ του «εθνικού ήρωα» και για αυτό αποσιωπάται από τη επίσημη ιστορία της σημερινής Βουλγαρίας.
Τελικά... τί υπογράφηκε;
Τα οστά του Τσάρου λοιπόν βρίσκονται στο επίκεντρο της συμφωνίας όμως...ποιάς συμφωνίας; Από τους πρώτους φορείς που αντέδρασαν σε όσα διέρρευσαν και υλοποιήθηκαν ήταν ο - καθ ύλην αρμόδιος- Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων. Εύλογα αναρωτιούνται οι αρχαιολόγοι γιατί δεν έχει έρθει στην Βουλή για να κυρωθεί το «Μνημόνιο Κατανόησης» μεταξύ των Υπουργών Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας, Λίνας Μενδώνη και Evtim Miloshev. Στην ανακοίνωσή τους αποκαλύπτουν πως το Μνημόνιο συντάχθηκε εκτός της υπηρεσιακής οδού, χωρίς να ερωτηθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες, με «μυστική και ιδιωτική πολιτιστική διπλωματία». Ταυτόχρονα έρχονται στο προσκήνιο οι αντιφάσεις: Το Υπουργείο Πολιτισμού μιλά για «επιστροφή» και ο Πρωθυπουργός για «επαναπατρισμό». Ο επίσημος όρος που χρησιμοποιείται είναι «αμοιβαία κατάθεση», όμως η «κατάθεση» δεν είναι καν νομικός όρος.
Το χειρότερο όμως είναι πως η βουλγαρική πλευρά, με τα πιο επίσημα χείλη, παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα που διαψεύδει τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Σε συνέντευξή του στη βουλγαρική δημόσια τηλεόραση, την ημέρα υπογραφής του Μνημονίου, ο Υπουργός Παιδείας και Επιστημών της Βουλγαρίας Georgi Valchev, δήλωσε ότι τα κράτη δεν παραιτούνται από την «νομή» των αγαθών αυτών ενώ επισήμανε ότι, πέραν αυτών των 48 αντικειμένων «δεν παραδίδεται απολύτως τίποτα».
Η βουλγαρική κυβέρνηση, στην ανακοίνωση του Υπουργικού Συμβουλίου, περιγράφει το Μνημόνιο ως «αμοιβαία παράδοση προς φύλαξη», ενώ η Προϊσταμένη του Τμήματος Εκθέσεων και Διεθνών Σχέσεων του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, Petranka Nedelcheva, επισήμανε ότι τα αντικείμενα δεν δωρίστηκαν ούτε μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα, καθώς και ότι δεν έχουν διαγραφεί από το μητρώο του Μουσείου. Η Διευθύντρια του Μουσείου, Boni Petrunova, δήλωσε ότι τα 48 αντικείμενα παραδόθηκαν προσωρινά και όχι οριστικά και ότι η Βουλγαρία «δεν δίνει τίποτε για πάντα»
Να υπενθυμίσουμε ότι το άρ. 126 της Συνθήκης του Νεϊγύ, που υπογράφηκε το 1919, υποχρέωνε τη Βουλγαρία να αναζητήσει και να αποδώσει όλα τα προϊόντα λεηλασίας των βουλγαρικών στρατευμάτων από την Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που αριθμούνται σε χιλιάδες. Αν όντως έχει υπογραφεί από την ελληνική πλευρά Μνημόνιο αμοιβαίας παρακαταθήκης, η αρπαγή κειμηλίου χαρακτηρίζεται πλέον από την ελληνική πλευρά «μεταφορά», άρα η ελληνική πλευρά αναγνωρίζει ως νόμιμη τη βουλγαρική πρακτική και ειδικά την κατοχή των 48 κειμηλίων.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θέτει και το θέμα της επιστροφής των οστών που αποδιδονται στον Σαμουήλ, που όμως είπαμε βρέθηκαν σε ανασκαφή το 1965 και χρονολογούνται πριν από το 1453. Είναι επομένως «αρχαίο κινητό μνημείο», σύμφωνα με τον νόμο ν. 4858/2021 και ανήκουν στις καταγεγραμμένες συλλογές του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Η «επιστροφή» τους απαιτούσε να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις του αρχαιολογικου νόμου: Υπουργική Απόφαση μετά από γνώμη του ΚΑΣ, στην οποία να προβλέπεται καθορισμένη χρονική διάρκεια, καθώς και απόφαση του ΔΣ του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης. Κατά τον ΣΕΑ δεν έχει τηρηθεί καμία από αυτές τις προϋποθέσεις. Μάλιστα επισημαίνει ότι το Μνημόνιο ως διακρατική συμφωνία, θα μπορούσε να παρακάμψει τις παραπάνω υποχρεώσεις, αν αυτό ψηφιστεί από την Βουλή και λάβει ισχύ νόμου. Όμως, το Μνημόνιο δεν έχει καν γίνει γνωστό στη Βουλή!
Τελικά... μας πιάσαν κορόιδα;
Το ερώτημα δεν είναι σωστό, το βασικό θέμα δεν είναι ποιος «έδωσε πιο πολλά». Το πραγματικό ερώτημα είναι τί οδήγησε την ελληνική κυβέρνηση σε μια συμφωνία εμφανώς ανισοβαρή, με σοβαρές υποχωρήσεις. Η πραγματικότητα αυτή δεν μπορεί να κρυφτεί παρά τον ασφυκτικό έλεγχο των Μ.Μ.Ε.. Κι επειδή οι διεθνείς σχέσεις είναι συνέχεια της πολιτικής, ας αναζητήσουμε στην πολιτική, εσωτερική και εξωτερική, τις απαντήσεις.
Η συμφωνία αυτή αποτελεί μια ανοιχτή πριμοδότηση της κυβέρνησης του Ράντο Ράντεφ και των επιλογών της. Ας κάνουμε πάλι την αναλογία με την ελληνική πολιτική σκηνή κι ας θυμηθούμε το πολιτικό κεφάλαιο που αποκόμισε ο Κ. Καραμανλής, όταν επί πρωθυπουργίας του έγινε η ανακάλυψη των βασιλικών τάφων της Βεργίνας. Τον ίδιο στόχο είχαν και το 2014 ο Α. Σαμαράς και το επιτελείο του (προεξάρχουσας της κ. Μενδώνη, Γ.Γ. τότε του ΥΠΠΟ), με την περίπτωση της Αμφίπολης, εκεί όμως η κακοστημένη παράσταση συνάντησε την αντίδραση της επιστημονικής κοινότητας.
Η ελληνική κυβέρνηση και οι υπερατλαντικοί «στρατηγικοί σύμμαχοί» της έχουν κάθε λόγο να θέλουν να ενισχύσουν τον Ράντεφ: Στην εξωτερική πολιτική επιδιώκει να διατηρήσει τις σχέσεις με τη Δύση, καθώς η Βουλγαρία παραμένει στενός σύμμαχος των ΗΠΑ και συνεργάζεται με αυτές σε θέματα άμυνας και ασφάλειας. Ο ίδιος ο Ράντεφ έχει εκπαιδευτεί σε στρατιωτικές σχολές στις ΗΠΑ, μεταξύ άλλων στο Air War College. Τον Σεπτέμβριο του 2026, η Βουλγάρα υπουργός Εξωτερικών υπογράμμισε τη σημασία της διατλαντικής συνεργασίας.
Η κυβέρνηση του Ράντεφ στηρίζει την ανάπτυξη του «Κάθετου Διαδρόμου» και τη μεταφορά αμερικανικού LNG μέσω Ελλάδας. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την επίσημη ανακοίνωση της βουλγαρικής κυβέρνησης για τη συνομιλία του πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ με τον Αμερικανό υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, στις 24 Ιουλίου 2026. Η βουλγαρική πλευρά τόνισε πως ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει τον Κάθετο Διάδρομο για μεταφορές αμερικανικού LNG προς την Ουκρανία και άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Παράλληλα, επιδιώκει να προχωρήσει την κατασκευή των νέων μονάδων 7 και 8 του πυρηνικού σταθμού Κοζλοντούι με αμερικανική τεχνολογία.
Η ενεργειακή στρατηγική που προωθείται στο πλαίσιο της ΕΕ είναι η σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Η Βουλγαρία έχει συμμετάσχει στην προώθηση εναλλακτικών διαδρομών, ενώ το βουλγαρικό υπουργείο Ενέργειας έχει επισημάνει ότι οι υφιστάμενες ροές ρωσικού αερίου και οι συνθήκες τιμολόγησής τους αποτελούν πρόκληση για την ανταγωνιστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου.
Η στάση της βουλγαρικής κυβέρνησης απέναντι στον «Κάθετο Διάδρομο» είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης της Ν.Δ. επειδή συνδέει τις ελληνικές υποδομές LNG με τις αγορές της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Μολδαβίας και της Ουκρανίας. Τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και αυτή των Η.Π.Α. έχουν κάθε λόγο να θέλουν να συνεχιστεί η ίδια πολιτική κατάσταση στη γείτονα χώρα.
Και – ω του θαύματος –, η επιστροφή των οστών του Σαμουήλ στη γείτονα χώρα γίνεται την «κατάλληλη» στιγμή, διεξάγονται προεδρικές εκλογές στις 25 Οκτωβρίου 2026. Επικρατέστερη για την προεδρία η Iliana Yotovα που υποστηρίζεται από τον πρωθυπουργό και την παράταξή του «Προοδευτική Βουλγαρία», καθώς και από το Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το ABV. Αντίπαλοί της είναι ο Andrey Gyurov, πρώην υπηρεσιακός πρωθυπουργός που υποστηρίζεται από πολιτικούς σχηματισμούς που προβάλλουν μεταρρυθμίσεις και θεσμική διαφάνεια κι ο Kostadin Kostadinov που αντιτίθεται σε βασικές πτυχές της δυτικής πολιτικής έναντι της Ρωσίας και υποστηρίζει στενότερη προσέγγιση με τη Μόσχα.
Η κίνηση της ελληνικής κυβέρνησης να υπογράψει μια συμφωνία έξόφθαλμα προβληματική και επιστημονικά και διπλωματικά και θεσμικά, ενισχύει τις πολιτικές δυνάμεις του «κάθετου διαδρόμου». Τυχαίο άραγε; Τυχαία και η συχνή παρουσία της «εν πολλές αμαρτίες περιπεσούσας» πρέσβειρας των Η.Π.Α. κ. Κίμπερλι Γκίλφοϊλ; Οι γεωπολιτικοί αναλυτές πάντως είναι πολύ επιφυλακτικοί όταν συναντούν τέτοιες συμπτώσεις...
(Ο Σπύρος Αλεξίου είναι ιστορικός και συγγραφέας)































