Στις αρχές τις δεκαετίας του 1870 η Ευρώπη – και κατά συνέπεια ο κόσμος όλος – βίωναν κοσμογονικές αλλαγές. Ο Γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870 δεν είχε μόνο συνέπεια την ήττα της Γαλλίας. Γέννησε μια υπερδύναμη, την ενιαία Γερμανία, που μετέβαλε τους παγκόσμιους συσχετισμούς. Σε αυτήν την κοσμογονία η Ελλάδα ήταν στο περιθώριο. Σε κακή οικονομική και στρατιωτική κατάσταση, κατακτημένη χώρα την περίοδο του Κριμαϊκού, με βασιλιά που είχε επιβληθεί από τους Άγγλους, καταρρακωμένη ηθικά από τη σφαγή στο Δήλεσι, κοινωνικά εξαθλιωμένη από τα Λαυρεωτικά.
Τα νερά αυτού του βάλτου είχε ταράξει, στις 29 Ιούνη 1874, η εφημερίδα «Καιροί» του Πέτρου Κανελλίδη, όπου δημοσιεύτηκε ένα τολμηρό, ανυπόγραφο άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει». Αποδίδονταν ανοιχτά ευθύνες για το κατάντημα της Ελλάδας στον βασιλιά Γεώργιο Α΄ και στην αυλή του. Ο Κανελλίδης συνελήφθη και τότε στον εισαγγελέα έφτασε ένα γράμμα από τον Χαρίλαο Τρικούπη, ο οποίος αναλάμβανε την ευθύνη. Συνελήφθη και ο Τρικούπης και ενώ κρατούνταν στις φυλακές Γκαρμπολά, δημοσιεύτηκε στις 9 Ιουλίου δεύτερο άρθρο του με τίτλο «Παρελθόν και ενεστώς», με το οποίο απειλούσε ευθέως τον Γεώργιο με επανάσταση αντίστοιχη με εκείνη που εκθρόνισε τον Όθωνα. Τα άρθρα έγιναν αντικείμενα συζήτησης, όμως αλλαγές σοβαρές δεν υπήρξαν. Σηματοδότησαν πάντως τη δυναμική είσοδο του Χ. Τρικούπη στην πολιτική ζωή, έθεσε το καθοριστικό ερώτημα, το απάντησε εντοπίζοντας την πολιτική έκφραση του προβλήματος ... όχι όμως και τη λύση του.
Διπλωματικοί μαραθώνιοι…
Στις 3 Μάρτη 1878 η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραψαν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Ικανοποίησε τις απαιτήσεις της Ρωσίας, προκάλεσε όμως τις αντιδράσεις της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Αυστροουγγαρίας που επέβαλαν μερική αναθεώρηση της τον Ιούνιο του 1878, στο Βερολίνο. Η αναθεώρηση αποκατέστησε τις ισορροπίες, καθώς η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου ισχυροποιούσε τη Ρωσία με τη γέννηση της Μεγάλης Βουλγαρίας. Αυτό αποτελούσε οδυνηρή ήττα για την Ελλάδα, καθώς ναυαγούσαν τα μεγαλοϊδεατικά όνειρά της.
Αποτελούσε όμως οδυνηρή ήττα και για την Αγγλία, η οποία θυμήθηκε τα «ελληνικά δίκαια». Στο άρθρο 24 προβλέπονταν η επέκταση της Ελλάδας. Στις 12 Μαΐου 1881, με τη σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η Ελλάδα ενσωμάτωσε την Θεσσαλία μέχρι την Ελασσόνα και την περιφέρεια της Άρτας. Από τις εξελίξεις βγήκε κερδισμένη εδαφικά, πληθυσμιακά (προστέθηκαν 300.000 κάτοικοι) αλλά και οικονομικά, αφού απέκτησε έναν σιτοβολώνα και ένα σημαντικό λιμάνι, τον Βόλο. Τα κέρδη αυτά όμως δεν κρίθηκαν ικανοποιητικά από τους υπέρμαχους της Μεγάλης Ιδέας.
Οι «μετριοπαθείς» δέχονταν τα πυρά πως η ειρηνοφιλία τους ήταν γραμμή προσκόλλησης στα κελεύσματα της Αγγλίας. Φρόντισαν, άλλωστε, να το επιβεβαιώνουν: ο Τρικούπης ήταν υπέρμαχος της μη συμμετοχής στον πόλεμο το 1877. Τον Σεπτέμβριο του 1879 όμως, μετά την ήττα του στις εκλογές από τον Κουμουνδούρο, κατηγορούσε την κυβέρνηση για «ατολμία», καθώς δεν καταλάμβανε στρατιωτικά τα διεκδικούμενα στις διαπραγματεύσεις εδάφη. Όταν όμως ήρθε στη Βουλή η συμφωνία του 1881, ο Τρικούπης, από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ξεσπάθωνε:
«Καταδικαστέα η πολιτική εκείνη. Η Ελλάς οφείλει να την αποκηρύξη. Η πλειοψηφία του έθνους εκφραζομένη διά της πλειοψηφίας της Βουλής, δεν επιζητεί το αναίμακτον, αλλ’ εννοεί ότι ο ελληνισμός ίνα ζήση πρέπει να έχη την απόφασιν να πολεμήση και –αυτό δέον να παρασταθή εις την Ευρώπην– ότι εν τω μέλλοντι αγώνι, όστις προπαρασκευάζεται εν τη Ανατολή, ο Ελληνισμός είναι έτοιμος μεταξύ των πρώτων να χύση το αίμα του προς σωτηρίαν ουχί μόνον του κράτους οποίον είναι, αλλά υπέρ παντός του έθνους ημών...».
Οι πολιτικοί ταγοί των εθνών είναι γενικά πολύ ευεπήφοροι σε συζητήσεις που καταλήγουν στην ανάγκη να χυθεί το αίμα... των άλλων φυσικά!
Νέα πραγματικότητα και στρατηγικά αδιέξοδα
Πίσω από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις κρυβόταν η διαφορετική στρατηγική για την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας ήταν η δυναμική εμφάνιση των βαλκανικών εθνών, της Σερβίας, του Μαυροβούνιου και –κυρίως– της Βουλγαρίας, τα οποία διεκδικούσαν τον δικό τους ζωτικό χώρο·
Σε αυτήν τη βάση άνοιγε η συζήτηση για την ελληνική στρατηγική. Οι «ειρηνόφιλοι» του 1877 πρότειναν τη στρατιωτική ανασυγκρότηση, γεγονός που προϋπέθετε την οικονομική ανασυγκρότηση. Αυτός ήταν ο πυρήνας της στρατηγικής του Τρικούπη. Ταυτόχρονα, υπήρχε το διαχρονικό θέμα της μεγάλης δύναμης που θα μας «βοηθούσε». Η παραδοσιακή σχέση με τη Ρωσία είχε διαρρηχθεί, πλέον για τη Ρωσία αιχμή ήταν η προστασία των σλαβικών –και όχι γενικά των ορθόδοξων– πληθυσμών. Αυτό σήμαινε στήριξη της Βουλγαρίας. Οπότε; Η Αγγλία, έμπαινε και πάλι από την πίσω πόρτα στα Βαλκάνια, με όχημα την Ελλάδα.
Ο «εκσυγχρονισμός» της κερδοσκοπίας και των δανείων
Ο Χ. Τρικούπης με την αρθρογραφία και την επιμονή του στην αρχή της δεδηλωμένης, εμφανίστηκε ως φορέας νέου πνεύματος και ιδεών αλλά και ως αντίπαλον δέος απέναντι στην αυθαιρεσία του Γεωργίου. Πέτυχε να μετατρέψει το πολιτικό σύστημα σε δικομματικό, κατά τα πρότυπα της Αγγλίας. Σημαντικό στοιχείο ήταν η άρση του αποκλεισμού της χώρας από τις χρηματαγορές το 1878. Είχε προηγηθεί συμβιβασμός με τους ομολογιούχους για τα δάνεια της Επανάστασης!
Η εφαρμογή του προγράμματος του απαιτούσε μεγάλα κονδύλια για δημόσιες επενδύσεις που μπορούσαν να εξασφαλιστούν μόνο από δανεισμό και βαριά φορολογία. Η διεθνής οικονομική συγκυρία ήταν ευνοϊκή: η ευρωπαϊκή οικονομία βίωνε μια περίοδο ύφεσης, μετά το χρηματιστηριακό κραχ του 1873, και οι «επενδυτές» εκμεταλλεύτηκαν τις ανάγκες του ελληνικού κράτους για δανεισμό.
Η κατασκευή δημόσιων υποδομών από το κράτος (οδικό ή σιδηροδρομικό δίκτυο, λιμάνια, εγγειοβελτιωτικά έργα κ.λπ.) αποτέλεσε προτεραιότητά του και τα δάνεια το μέσο για την πραγματοποίησή τους. Το διάστημα 1879-1890 η χώρα συνήψε οκτώ δάνεια από το εξωτερικό με ληστρικούς όρους. Η ονομαστική αξία των δανείων ήταν 640.000.000 φράγκα. Οι διεθνείς τοκογλύφοι όμως δεν ρισκάρισαν, η Ελλάδα ήταν μια χώρα μικρής φερεγγυότητας· τα δάνεια ήταν υποτιμημένα μέχρι και 30% και έτσι στα ταμεία του κράτους έφτασαν 450.000.000 φράγκα!
Για να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος των βαρών που ανέλαβε το ελληνικό κράτος: Το ποσό ήταν υπερτετραπλάσιο σε σχέση με τα έτη 1862-1878. Το δημόσιο χρέος της χώρας, από 60% του ΑΕΠ που ήταν το 1876, έφτασε να διπλασιαστεί σε απόλυτους αριθμούς το 1884 και να τετραπλασιαστεί το 1887. Το 1893, τη χρονιά της επίσημης χρεοκοπίας, εκτινάχτηκε στο επταπλάσιο και αντιστοιχούσε στο 230% του ΑΕΠ. Το 40% του προϋπολογισμού πήγαινε στην πληρωμή των τοκοχρεολυσίων προηγούμενων δανείων, ενώ 100 εκατ. σε στρατιωτικές δαπάνες (το 1879-1884 αυτές υπερδιπλασιάστηκαν σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία).
Για το πρόγραμμα των δημοσίων έργων δαπανήθηκαν 120 εκατ., πολλά από τα έργα υποδομής χρηματοδοτούνταν από τη βαριά φορολογία. Ο Τρικούπης εκμεταλλεύτηκε τα κρατικά μονοπώλια αλατιού και σπίρτων και επέβαλε υψηλότατη φορολογία, αυξάνοντας κυρίως τους έμμεσους φόρους που είναι βαθιά ταξικοί και άδικοι. Το ορατό αποτέλεσμα ήταν έργα που όντως είχε ανάγκη η χώρα: δημιουργήθηκε εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο, αποξηράνθηκε η λίμνη Κωπαΐδα, γεγονός που απέφερε 130.000 στρέμματα εύφορης γης, έγινε η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου. Εξίσου μεγάλο μέρος των δανείων όμως κατευθύνθηκε στην ενίσχυση του πολεμικού ναυτικού με νέα πλοία, στην αναδιοργάνωση τη Στρατιωτικής Σχολής Ευέλπιδων, της αγροφυλακής και της αστυνομίας.
Ο δρόμος προς τη χρεοκοπία
Τα έργα αυτά ήταν έργα υποδομής, άρα η απόδοσή τους θα φαίνονταν σε βάθος χρόνου. Τα δάνεια όμως που είχε πάρει η Ελλάδα ήταν δάνεια σύντομης διάρκειας και έληγαν το 1890. Αυτό έκανε τη χώρα ευάλωτη σε κάθε κερδοσκοπική επίθεση. Η βαριά φορολογία είχε μειώσει δραματικά την εσωτερική κατανάλωση, με αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων.
Σε αυτήν τη δύσκολη περίσταση ήρθε να προστεθεί η σταφιδική κρίση. Η μεγάλη ζήτηση της σταφίδας από την ευρωπαϊκή αγορά έστρεψε τους μικροϊδιοκτήτες μαζικά προς την αμπελοκαλλιέργεια. Για το ελληνικό κράτος αντιπροσώπευε τη μόνη εξαγώγιμη παραγωγή που μπορούσε να της εξασφαλίσει συνάλλαγμα. Μια συγκυρία, η καταστροφή των γαλλικών αμπελώνων από φυλλοξήρα, αύξησε υπέρμετρα τη ζήτηση και προκάλεσε κατακόρυφη άνοδο των τιμών. Σταδιακά όμως οι γαλλικοί αμπελώνες αποκαταστάθηκαν και έτσι η προσφορά σταφίδας στην ευρωπαϊκή αγορά αυξήθηκε, οπότε η τιμή της μειωνόταν σημαντικά. Το αποτέλεσμα ήταν κρίση σε έναν τομέα που αποτελούσε μονοκαλλιέργεια, με τεράστιες συνέπειες.
Ταυτόχρονα η προσάρτησή της Θεσσαλίας γέννησε προσδοκίες. Με ενθάρρυνση του Τρικούπη, οι πλούσιοι Έλληνες του εξωτερικού έσπευσαν να επενδύσουν στην αγορά τσιφλικιών από τους Τούρκους μπέηδες. Διατηρώντας τον μεσαιωνικό θεσμό της δουλοπαροικίας ουσιαστικά υποκατέστησαν τους Οθωμανούς αξιωματούχους στην εκμετάλλευση των αγροτών, γενώντας ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα.
Το μεγάλο παιχνίδι των κερδοσκόπων
Σε αυτό το κλίμα προκηρύχθηκαν εκλογές τον Μάιο του 1892. Νικητής αναδείχτηκε ο Τρικούπης, που προχώρησε στην επιβολή και νέων φόρων, ύψους 5 εκατ. δραχμών. Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις· Αποτέλεσμα ήταν τα έσοδα από τη φορολογία να είναι πολύ μικρότερα, οπότε επιδίωξε νέο εξωτερικό δάνειο από τους Άγγλους χρηματιστές. Από αυτό το δάνειο εξαρτιόταν η εκτέλεση ή όχι του κρατικού προϋπολογισμού για το έτος 1893.
Οι υποψήφιοι πιστωτές έστειλαν στην Ελλάδα τον λόρδο Έντουαρντ Λο να ελέγξει την κατάσταση της οικονομίας. Ακολούθησαν και άλλοι, από τις ΗΠΑ ο Τζον Πιερπόντ Μόργκαν, μετέπειτα ιδιοκτήτης της τράπεζας J.P. Morgan, ο Άγγλος διευθυντής της Αυτοκρατορικής Οθωμανικής Τράπεζας Βίνσεντ Έτζερ και ο Γάλλος Ρου, αντιπρόσωπος των Γάλλων κεφαλαιούχων. Στην έκθεσή του που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, ο Λο στήριζε τον Τρικούπη. Οι Άγγλοι ήταν διατεθειμένοι να χορηγήσουν δάνειο, αλλά με υπερβολικούς όρους όπως ο έλεγχος των εισπράξεων του κράτους από τους δανειστές και η απαίτηση να μην εγκριθεί από τη Βουλή, αλλά με βασιλικό διάταγμα του Γεώργιου. Η αντιπολίτευση, υπό τον Δηλιγιάννη, αντέδρασε με το επιχείρημα ότι αυτό αναιρούσε την εθνική κυριαρχία της χώρας.
Τον δανεισμό αντιστρατεύονταν Γάλλοι κεφαλαιούχοι, οι οποίοι επιδίωκαν την πτώχευση της Ελλάδας, Έλληνες «επιχειρηματίες», όπως ο συνεργάτης του Α. Συγγρού Αντώνης Βλαστός, και... ο βασιλιάς Γεώργιος! Μπορεί να ήταν βασιλιάς, αλλά ταυτόχρονα ήταν και τζογαδόρος και κατείχε και πολλά ελληνικά χρεόγραφα. Δεν υπέγραφε ώστε να προλάβουν οι Άγγλοι χρηματιστές του να πουλήσουν τα χρεόγραφά του σε υψηλή τιμή. Ο Τρικούπης παραιτήθηκε, πρωθυπουργός ανέλαβε ο Σωτήριος Σωτηρόπουλος, πολιτικός άμεσα εξαρτώμενος από τον Συγγρό, που προχώρησε σε προσωρινή αναστολή πληρωμών και συνήψε δάνειο με τον αγγλικό τραπεζικό οίκο Habro. Όμως η πορεία ήταν μη αναστρέψιμη, τα ελληνικά χρεόγραφα είχαν καταντήσει άχρηστα χαρτιά.
Ο Γεώργιος, όταν επέστρεψε από το εξωτερικό όπου πήγαινε συχνά για να θαυμάσει το ... ταλέντο της Σάρα Μπερνάρ, συνάντησε μια κοινωνία στα πρόθυρα της έκρηξης. Ανέθεσε εκ νέου σχηματισμό κυβέρνησης στον Τρικούπη και ήταν αυτός που στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ανακοίνωσε στη Βουλή την αδυναμία του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Μπορεί να μην προκύπτει από τα πρακτικά της Βουλής ότι ειπώθηκε η περίφημη φράση «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν», όμως η ουσία δεν άλλαζε.
Τελικά ... «τις έπταιγε»;
Όταν ο Τρικούπης έθετε το ερώτημα «Τις πταίει;», έδειχνε τον Γεώργιο. Οι δραματικές οικονομικές εξελίξεις απέδειξαν την τεράστια ευθύνη του μονάρχη που έπαιζε την τύχη της χώρας στα χρηματιστήρια και ανεβοκατέβαζε κυβερνήσεις ανάλογα με την πορεία των μετοχών του. Καθοριστική όμως ήταν η ευθύνη του δίπολου εξάρτηση - Μεγάλη Ιδέα.
Εμφανίζονται θεωρίες που αμφισβητούν το θέμα της εξάρτησης. Ως επιβεβαίωση της ιλαρότητας τους να αναφέρουμε πως, σύμφωνα με μια θεωρία, η «θετική» έκθεση του Λο οφειλόταν στον έρωτά του για την Αικατερίνη, κόρη του νομάρχη Αττικοβοιωτίας Χατζόπουλου, την οποία και παντρεύτηκε. Η δήθεν «θετική» έκθεση του Λο προέβλεπε βαριά φορολογία και έλεγχο όλων των εσόδων από τους ξένους. Σκεφτείτε να μην ήταν και ερωτευμένος…
Οι εξελίξεις αυτές κλόνισαν και τον μύθο της «πλούσιας πατριωτικής ομογένειας», βασικό πυλώνα της Μεγάλης Ιδέας. Αποδείχτηκαν οι χειρότεροι κερδοσκόποι, οι πιο αδίστακτοι εκμεταλλευτές, χρησιμοποίησαν ακριβώς τις ίδιες μεθόδους όπως και στις χώρες που δημιούργησαν την περιουσία τους: κερδοσκοπία, τοκογλυφία και χωρίς όριο εκμετάλλευση. Οι αφελείς που έχασαν τις περιουσίες τους, οι εργάτες στο Λαύριο που βίωναν απάνθρωπες συνθήκες εργασίας, οι κολλήγοι στη Θεσσαλία που έφτασαν στο σημείο να ζουν χειρότερα από πριν το επιβεβαιώνουν.
Τελικά επανερχόμαστε στο ερώτημα «τις πταίει;». Αν πιστέψουμε την επίσημη ιστορία αλλά και τα σύγχρονα αναθεωρητικά αφηγήματα, φταίνε ο «λαϊκισμός» του Δηλιγιάννη και η «ευπιστία» του Έλληνα. Ο Δηλιγιάννης αντιπροσώπευε μια παρωχημένη νοοτροπία, δεν ήταν όμως αυτός η αιτία. Το ερώτημα πρέπει να διατυπωθεί διαφορετικά: ο «εκσυγχρονισμός» που θα γεννούσε την «ισχυρή Ελλάδα» τι περιεχόμενο και τι στόχο είχε; Ο «εκσυγχρονισμός», όπως εφαρμόστηκε, σήμαινε επενδύσεις με όρους αποικιοκρατικούς και συνθήκες εργασίας που λίγο απείχαν από τον Μεσαίωνα, πολεμικές δαπάνες και προετοιμασίες, ώστε το «έθνος» να μπορέσει να υλοποιήσει τα οράματα της Μεγάλης Ιδέας.
Η βασική αιτία της αποτυχίας ήταν πως ο «εκσυγχρονισμός» δεν είχε στόχο την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με στήριξη και ενίσχυση της κοινωνίας. Δεν ακολουθήθηκε ένα ρεαλιστικό πλάνο με στόχο την άνοδο του βιοτικού και πολιτιστικού επιπέδου, αδιάψευστου δείκτη ευημερίας μιας κοινωνίας. Αντιθέτως, στόχος ήταν το βίαιο πέρασμα στη βιομηχανική κοινωνία, ώστε να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για επιθετική πολιτική στα Βαλκάνια, καθώς ήταν θέμα χρόνου το ξαναμοίρασμά τους. Μια αδύναμη χώρα, με αδύναμη οικονομία και πολιτικό σύστημα που είχε επιλέξει αυτόν τον δρόμο, νομοτελειακά θα γινόταν βορά των αδηφάγων μηχανισμών του τραπεζιτικού και χρηματιστηριακού κεφαλαίου.
Δεν είναι λοιπόν παράλογοι οι μαθητές και οι μαθήτριες της Γ΄Λυκείου που, αφού διαβάσουν στο μάθημα της Ιστορίας το ανερμάτιστο υμνολόγιο για τον Χ. Τρικούπη, εκφράζουν συχνά τη λογική απορία: «Αφού όλα ήταν καλά... γιατί χροκοπήσαμε;». Φυσικά πειστική απάντηση δεν παίρνουν από την επίσημη ιστορία, την οποία πολύ λογικά απαξιώνουν. «Τίς πταίει για αυτό;», ένα ερώτημα θα έπρεπε να προβληματίζει σοβαρά την εκπαιδευτική κοινότητα.





























