Σπάνια στην ιστορία της διεθνούς διπλωματίας μπορούμε να βρούμε συνθήκη που να πανηγυρίστηκε τόσο έντονα, και τελικά να αποδείχτηκε όχι απλώς ένα κενό γράμμα αλλά και αίτιο καταστροφών, όσο η Συνθήκη των Σεβρών. Τυπικά, στις 28 Ιούλη / 10 Αυγούστου 1920 στο δημαρχείο του Σεβρ, προαστίου του Παρισιού, οι αντιπρόσωποι των συμμάχων και των συνασπισμένων δυνάμεων υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Αντιπρόσωποι της Ελλάδας ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι Άθως Ρωμάνος, ενώ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι γερουσιαστές Χααντί Πασάς και Ριζά Τεβρίκ καθώς και ο Ρεσάτ Χαλίς Μπέης.
Πριν μιλήσουμε για την ίδια τη συνθήκη πρέπει να σταθούμε σε γεγονότα που προηγήθηκαν: Τον Ιανουάριο του 1920 συνήλθε το οθωμανικό Κοινοβούλιο στην Κωνσταντινούπολη και τον Φεβρουάριο προχώρησε στην ψήφιση ενός εθνικού συμφώνου, το οποίο σηματοδοτούσε το πέρασμα από την πολυεθνική αυτοκρατορική κληρονομιά στο τουρκικό έθνος-κράτος. Για πρώτη φορά οθωμανικό κείμενο αναφερόταν σε «Τούρκους», όρο που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά οι Δυτικοί. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, οι βρετανικές στρατιωτικές αρχές διέλυσαν το Κοινοβούλιο και προχώρησαν σε εκτεταμένες συλλήψεις. Κατόπιν αυτού, η Άγκυρα έγινε οριστικά το πολιτικό κέντρο των Τούρκων και η Κεμαλική ηγεσία ο πραγματικός πολιτικός εκφραστής του Τουρκικού λαού.
Ανήσυχος ο Βενιζέλος, μετέβη στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου 1920, όπου συνάντησε αρνητικό κλίμα για την Ελλάδα, τόσο στις επαφές του με τον υπουργό Στρατιωτικών Ουίνστον Τσόρτσιλ όσο και με τον αρχηγό του βρετανικού επιτελείου στρατηγό Γουίλσον. Και οι δύο κατέστησαν σαφή στον Βενιζέλο την άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να παράσχει βοήθεια σε άντρες στη Θράκη και στη Μικρά Ασία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ελλάδα «δεν πρέπει να υπολογίζει σε σύμπραξη με τη Γαλλία και την Ιταλία». Μάλιστα, όντας απολύτως ειλικρινής, ο Γουίλσον δήλωσε στον Βενιζέλο ότι τυχόν συνέχιση της εκστρατείας, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, θα αποτύγχανε και η Ελλάδα θα οδηγούνταν στην καταστροφή.
Τον Απρίλιο του 1920, η συνδιάσκεψη ειρήνης επανέλαβε τις συνεδριάσεις της στο Σαν Ρέμο της Ιταλίας, με αντικείμενο το μέλλον της Τουρκίας. Συμμετείχαν επιπλέον η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ, ενώ η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί. Ισχυρές αντιρρήσεις στην παραχώρηση της ζώνης της Σμύρνης στην Ελλάδα εξέφρασε ο Ιταλός πρωθυπουργός Φραντσέσκο Νίτι, ο οποίος τόνισε ότι το πραγματικό ζήτημα ήταν η αντίσταση των Τούρκων.
Η Γαλλία κατέθεσε υπόμνημα του στρατάρχη Φος, το οποίο προέβλεπε να διατεθεί στρατιωτική δύναμη είκοσι επτά μεραρχιών προκειμένου να επιβληθεί η συνθήκη ειρήνης στον Κεμάλ. Το υπόμνημα ήταν ενδεικτικό της εκτίμησης πως, για να επιβληθούν οι όροι της, απαιτούνταν ολοκληρωτικός πόλεμος. Η συνδιάσκεψη επικύρωσε το μυστικό αγγλογαλλικό σύμφωνο των Σάικς-Πικό, το οποίο προέβλεπε το αποικιοκρατικό μοίρασμα της Μέσης Ανατολής, με τους Βρετανούς να λαμβάνουν την Παλαιστίνη και τους Γάλλους τη Συρία καθώς και τον καταμερισμό των κοιτασμάτων πετρελαίου της Μεσοποταμίας.
Οι όροι της συμφωνίας συμπεριλήφθηκαν σε ένα σχέδιο συνθήκης που επιδόθηκε στον σουλτάνο το Μάιο του ίδιου έτους, αλλά τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Γάλλοι αντέδρασαν. Οι αρμοστές των τριών δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη εξέφρασαν την άποψη ότι το σχέδιο θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από τους Τούρκους μόνο με την αποστολή συμμαχικών στρατευμάτων. Ο νέος Γάλλος πρωθυπουργός Μιλεράν, ο οποίος διαδέχτηκε τον Κλεμανσό, δήλωσε κατηγορηματικά ότι δεν επρόκειτο να διαθέσει στρατεύματα στην Ανατολή για να επιβάλει στους Τούρκους τόσο σκληρούς όρους.
Οι ενέργειες των συμμάχων φανέρωναν ότι σύντομα οι Έλληνες θα βρίσκονταν ολομόναχοι απέναντι στις τουρκικές αντιδράσεις, που γίνονταν συνεχώς εντονότερες. Παρά ταύτα, ο Βενιζέλος έδειχνε να είναι πεπεισμένος ότι η επιβολή των όρων της ειρήνευσης ήταν δυνατή, με την προϋπόθεση της άρρηκτης συνεργασίας με τη Βρετανία, η οποία όμως, όπως είδαμε ήδη, τον είχε προειδοποιήσει πως δεν επρόκειτο να παρέχει κάποια βοήθεια στην Ελλάδα.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός τον προειδοποίησε ξανά ότι οι Έλληνες θα αφήνονταν μόνοι τους αν χρειαζόταν να επιβάλουν διά των όπλων τους όρους της επικείμενης συνθήκης με την Τουρκία. Ο ίδιος ο Βενιζέλος σε τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη αναφέρει:
«Σήμερα εκλήθην υπό του υπουργού Στρατιωτικών, ο οποίος μου είπε, παρόντος και του Άγγλου αρχηγού του επιτελείου στρατάρχου Γουίλσον:
«Ο πρωθυπουργός μού ανέθεσε να σας ρωτήσω αν είστε διατεθειμένος σε περίπτωση αρνήσεως της Τουρκίας να αποδεχτεί τους όρους της καταρτιζόμενης συνθήκης ειρήνης να επιβάλετε εσείς αυτούς και στρατιωτικώς, όσον αφορά τα ενδιαφέροντα προς εμάς τμήματα της Θράκης και της Μ. Ασίας, διότι πολλαπλές υποχρεώσεις της Αγγλίας δεν της επιτρέπουν να διαθέσει στρατό ούτε στη Θράκη ούτε στο επιδικαζόμενο προς εμάς τμήμα της Μ. Ασίας».
Συνέστησε να αναμετρήσουμε και πάλι καλά τις δυνάμεις μας, ώστε να μην αναλάβουμε ένα έργο που θα τις υπερβαίνει. Ο υπουργός άφησε να εννοηθεί ότι δεν πρέπει να υπολογίζουμε σε βοήθεια της Γαλλίας και της Ιταλίας. Απάντησα ότι αναλαμβάνουμε, όσον αφορά τα επιδικαζόμενα προς εμάς μέρη, την επιβολή στην Τουρκία των όρων της συνθήκης.»
Για την ελληνική πλευρά η Συνθήκη των Σεβρών αποτελούσε, θεωρητικά, τον μεγαλύτερο διπλωματικό θρίαμβο στην ιστορία της. Προσαρτούσε την Ανατολική Θράκη, μέχρι τη γραμμή της Τσατάλτζας λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κωνσταντινούπολη, καθώς και όλα τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και της Τενέδου. Επιπλέον, προέβλεπε πως η Σμύρνη και η ενδοχώρα της ετίθεντο υπό ελληνική διοίκηση για περίοδο πέντε ετών, μετά την παρέλευση των οποίων η τοπική Βουλή θα μπορούσε να ζητήσει από το συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών την ένωση με την Ελλάδα· από την πλευρά του, το συμβούλιο διατηρούσε το δικαίωμα να συστήσει προηγουμένως τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος και να καθορίσει τους όρους του.
Ο ελληνικός Τύπος υποδέχτηκε τη συνθήκη με διθυραμβικά πρωτοσέλιδα. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική, όπως παραδέχονται και οι πιο συντηρητικοί ιστορικοί. Ο Μαρκεζίνης γράφει:
«Αυτό περίπου ήτο το καθεστώς των συνθηκών εις το οποίο κατέληξαν οι μεγάλοι νικηταί του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολύ ολίγον ρεαλιστικόν, ουχί σπανίως άδικον, συχνά θεωρητικόν και ως εκ τούτου ετοιμόρροπον».
Αντίστοιχη είναι και η άποψη του καθηγητή Σβολόπουλου:
«Η συνθήκη των Σεβρών συνυφάνθηκε, ως έναν βαθμό, στη γενική
σύλληψη και την ειδικότερη διατύπωσή της με τις αποικιακές βλέψεις
και τις ιμπεριαλιστικές τάσεις των μεγάλων δυνάμεων.»
Ο πρέσβης Σακελλαρόπουλος είναι σαφής:
«Η συνθήκη των Σεβρών –εις το μέρος της ιδίως που ενδιέφερε την Ελλάδα– προήλθε από σύγκρουσιν επιρροών και επιδιώξεων, τας οποίας δεν
κατόρθωσε να συμβιβάση. Και μόνον συρροή πραγματικώς εκπληκτική περιστάσεων, φαινομενικώς ευνοϊκών διά τας λύσεις που περιέλαβον αι διατάξεις της, έκαμε προς στιγμήν δυνατή την υπογραφή της [….] Όλοι αυτοί οι φαινομενικώς ευνοϊκοί διά την ελληνικήν υπόθεσιν συντελεσταί έκαμον δυνατήν την υπογραφήν μιας συνθήκης, η οποία έμμελε τελικώς να αποβή όργανον καταστροφής»
Υπάρχει ένα παιδικό παραμύθι που το έκαναν τραγούδι οι αδερφοί Κατσιμίχα. Τα ποντίκια, λέει το παραμύθι, έκαναν συνέλευση για να δουν πώς θα γλιτώσουν από τον αιώνιο εχθρό τους, τον γάτο. Αποφάσισαν, λοιπόν, να του κρεμάσουν στην ουρά ένα κουδούνι. Η απόφαση στην αρχή προκάλεσε ενθουσιασμό, που όμως εξανεμίστηκε όταν ένας ηλικιωμένος ποντικός έθεσε το απλό ερώτημα:
«Ποιος τολμά τον γάτο να ζυγώσει και να του κρεμάσει την κουδούνα στην ουρά;».
Ακριβώς αυτή είναι η ουσία πίσω από τις διατυπώσεις της Συνθήκης των Σεβρών. Από τη μία, δημιούργησε μεθυστική αυταπάτη στην Ελληνική κοινωνία, τμήμα της οποίας πίστευε πως υλοποιείτο το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας» ενώ ταυτόχρονα ενσωμάτωνε μια μεγάλη αγορά. Από την άλλη, βέβαια, προκάλεσε βάναυσα το εθνικό αίσθημα του τουρκικού λαού. Γι’ αυτόν η κυβέρνηση του σουλτάνου έπαψε πλέον να έχει την παραμικρή αξία, αντίθετα στα μάτια του εξυψωνόταν στον μέγιστο βαθμό η ένοπλη αντίσταση του Κεμάλ.
Αλλά και στις ευρωπαϊκές χώρες η Συνθήκη των Σεβρών συνάντησε θύελλα αντιδράσεων, οπότε την επομένη της υπογραφής της άρχισε η συζήτηση περί αναθεώρησής της. Πολλοί διαμαρτυρήθηκαν για τους επαχθείς όρους της όπως και οι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ιταλίας, διότι πλέον είχαν αλλάξει πολιτική και τα συμφέροντά τους συγκρούονταν με αυτά της Αγγλίας.
Μια συνθήκη αποκτά αξία όταν επικυρώνεται από τα θεσμικά όργανα των χωρών που την υπογράφουν. Όταν, μάλιστα, πρόκειται για συνθήκη με την οποία τελειώνει τυπικά ένας πόλεμος, η αξία της καθορίζεται από τη θέληση των νικητών να την επιβάλουν, ακόμη και δυναμικά. Η Συνθήκη των Σεβρών δεν επικυρώθηκε από κανένα άλλο κράτος παρά μόνο από την Ελλάδα. Ουσιαστικά και τυπικά δεν υπήρξε ποτέ ως τελεσίδικη διεθνής διπλωματική πράξη, ήταν ένα κενό γράμμα. Επίσης, είχε υπογραφεί από την κυβέρνηση του σουλτάνου. Οι πάντες, με πρώτον τον Βενιζέλο, γνώριζαν πως επρόκειτο για μια κυβέρνηση ανδρείκελων, η οποία δεν εκπροσωπούσε ούτε καν ένα μικρό τμήμα της τουρκικής κοινωνίας, άρα η υπογραφή της δεν είχε κάποια αξία. Ο Κεμάλ, που ήταν ο πραγματικός εκπρόσωπος του τουρκικού λαού, από την πρώτη στιγμή δήλωσε πως δεν την αναγνώριζε.
Και το κυριότερο, δημόσια και χωρίς κάποια επιφύλαξη, όλες οι δυνάμεις –με πρώτη την Αγγλία– ξεκαθάριζαν πως δεν επρόκειτο να κάνουν το παραμικρό για να την επιβάλουν. Ο Τσόρτσιλ είναι ξεκάθαρος σε αυτό:
«η αξία των όρων της συνθήκης εξηρτάτο από ένα μοναδικόν στοιχείον: τον ελληνικόν στρατόν. Εάν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι στρατιώτες του κατόρθωναν να επιβληθούν επί του Κεμάλ, έχει καλώς. Εάν όχι, έπρεπε να αναζητήσουμε καλυτέρας λύσεις. Την ειρήνην με την Τουρκίαν έπρεπε, διά να την επιβάλωμεν, να κάνωμεν πόλεμον. Τη φοράν αυτήν οι σύμμαχοι θα τον διεξήγον δι’ εντολοδόχου»
Ο εντολοδόχος ήταν η Ελλάδα και αυτόν τον ρόλο συνειδητά επωμίστηκε με ακέραιη την ευθύνη του Βενιζέλου, που υπέγραφε τις συνθήκες με «τέσσερις διαφορετικές πένες: η πρώτη της κύριας συνθήκης ήταν επίχρυση και δώρο της Ελληνικής Λέσχης Κωνσταντινουπόλεως, η δεύτερη δώρο του κρητικού συλλόγου Πειραιώς «Η Ομόνοια», η τρίτη δώρο των μαθητριών του «Ζαππείου Κωνσταντινουπόλεως» και η τέταρτη δώρο του Γεωργίου Ζερβού.
Οι πανηγυρισμοί του Βενιζέλου ήταν εκτός πραγματικότητας. Δυστυχώς, το ίδιο συνέβαινε και με τους πανηγυρισμούς της πλειονότητας των Ελλήνων, ιδιαίτερα των Μικρασιατών. Πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα ήταν η διάσημη ρήση του προέδρου της γαλλικής δημοκρατίας Ραϊμόν Πουανκαρέ:
«η συνθήκη αποδείχθηκε πλέον εύθραστος των περίφημων πορσελανών της πόλεως όπου υπεγράφη»·
το Σεβρ ήταν περίφημο για τις πορσελάνες του. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληγε ο Πουανκαρέ με βάση αυτήν την εκτίμηση: «Μην εγγίζετε»!
Δυστυχώς η ελληνική πολιτική ηγεσία, στο σύνολό της, δεν άκουσε την προτροπή του Γάλλου προέδρου και κράτησε σφιχτά στα χέρια της τις πορσελάνες των Σεβρών. Κι όπως γνωρίζουμε οι πορσελάνες σπάνε εύκολα και κόβουν σαν μαχαίρια.
Σημ. το άρθρο αντλεί αναφορές από το βιβλίο του Σπύρου Αλεξίου « 1844 -1922: Μεγάλη Ιδέα», Εκδ. Τόπος, Αθήνα 2021

























