Για υπέρτατη αστυνομική βία μίλησαν στις καταθέσεις τους οι μάρτυρες της υπόθεσης του ξυλοδαρμού του Βασίλη Μάγγου.
Την Παρασκευή συνεχίστηκε στο ΜΟΔ Καρδίτσας, η δίκη των 6 αστυνομικών οι οποίοι κατηγορούνται μεταξύ άλλων για το αδίκημα των βασανιστηρίων εις βάρος του Βασίλη Μάγγου στις 14/6/2020.
Με καταθέσεις μαρτύρων συνεχίστηκε η δίκη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας των 6 αστυνομικών οι οποίοι κατηγορούνται μεταξύ άλλων για το αδίκημα των βασανιστηρίων εις βάρος του Βασίλη Μάγγου στις 14/6/2020. Στις 13 Ιουλίου 2020 ο Βασίλης Μάγγος βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στον Βόλο. Η νεκροψία ανέφερε ως αιτία θανάτου το οξύ πνευμονικό οίδημα.
«Η βία ήταν υπέρτατη και αδικαιολόγητη»
Σο δικαστήριο κατέθεσε ως μάρτυρας ο δικηγόρος του Βόλου, ο οποίος ήταν παρών στο επεισόδιο έξω από τα δικαστήρια της πόλης. Ο μάρτυρας κατέθεσε πως βγαίνοντας από το δικαστικό μέγαρο στις 12/6/2020 είδε ΜΑΤ, καθώς και πλήθος κόσμου που είχε προσέλθει στην πλατεία Ελευθερίας σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις προσαγωγές και της συλλήψεις της προηγούμενης ημέρας.
Τότε όπως είπε είδε τον Βασίλη Μάγγο να κινείται διαμαρτυρόμενος προς το αυτοκίνητο της αστυνομίας όπου επιβιβάζονταν ο συλληφθείς της προηγούμενης ημέρας. Τότε είδε έναν από τους κατηγορούμενους να τον υποδεικνύει προς τους αστυνομικούς και «να πέφτουν όλοι πάνω του. Σοκαρίστηκα». Ζήτησε από κάποιον νεαρό που βιντεοσκοπούσε να του στείλει το βίντεο και στη συνέχεια το δημοσίευσε γιατί όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ήρθε στο μυαλό του η περίπτωση της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου. «Αν έχει κάνει κάτι, έχεις το περιθώριο να τον συλλάβεις, αλλά να τον χτυπήσεις; Η βία ήταν υπέρτατη και αδικαιολόγητη» είπε και κατέθεσε πως δεν γνώριζε τον Βασίλη Μάγγο.
Απαντώντας, σύμφωνα με την ΕΡΤ, σε ερωτήσεις δικηγόρων και της έδρας, ο μάρτυρας - κλειδί είπε πως ο Βασίλης Μάγγος κινήθηκε προς τους αστυνομικούς διαμαρτυρόμενος, ότι δεν έπιασε κάποιον από τους αστυνομικούς, αλλά οπισθοχώρησε οικειοθελώς και οι αστυνομικοί του κάνανε επίθεση χτυπώντας τον με γκλομπ. «Δε θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο, και λόγω του σωματότυπού του», είπε και ξεκαθάρισε ότι δεν είχε επιθετική στάση και ότι δε θεωρεί ότι θα μπορούσε να παρακινήσει τους πολίτες που ήταν συγκεντρωμένοι. Εκείνοι με τη σειρά τους αντέφδρασαν με φωνές και βρισιές κατά των αστυνομικών μετά την επίθεση.
«Ακόμα και οι ταξιτζήδες που ήταν εκεί στη δουλειά τους αντέδρασαν», πρόσθεσε. Στη συνέχεια τόνισε πως οι άντρες των ΜΑΤ ήταν «σα να είναι ντοπαρισμένοι, σα να περίμεναν να εκτονωθούν». Συνπλήρωσε πως την ώρα που χτυπούσαν τον Βασίλη Μάγγο σε διάφορα σημεία του σώματός του, εκείνος «δεν αντιστέκονταν αλλά αμύνονταν». Μετά τον πήραν σηκωτό, τραβώντας τον, δεν πήγε με τη θέλησή του, και τον έβαλαν στο αυτοκίνητο της αστυνομίας. Εξάλλου, όπως είπε δεν μπορούσε να περπατήσει, ωστόσο ο τρόπος προσαγωγής δεν ήταν ο ενδεδειγμένος.
Αργότερα όπως είπε, γνώρισε τους τους γονείς του, είπε ότι θα πήγαινε να καταθέσει και αυτοβούλως, ότι και ο ίδιος αν μπορούσε θα βιντεοσκοπούσε τον ξυλοδαρμό για να αναδείξει «τις ασχήμιες». Τόνισε πως το χρέος των αστυνομικών είναι να «μην ανοίγει ρουθούνι».
Ο συγκεκριμένος μάρτυρας, λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος ρωτήθηκε αν είναι λογικό σε περίπτωση παράνομων πράξεων οι αστυνομικοί να επέλεγαν τον διάδρομο, μπροστά από το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας. Απάντησε ότι αν ήταν συνεννοημένοι, αν είχαν τη συναίνεση του αξιωματικού υπηρεσίας ή την ανοχή θα μπορούσε να συμβεί αυτό.
Τι κατέθεσε η δεύτερη μάρτυρας
Στη συνέχεια κατέθεσε μια γυναίκα, η οποία τότε σπούδαζε στον Βόλο και είχε δει τον Βασίλη Μάγγο και μετά την κράτησή του στον αστυνομικό μέγαρο, με δεδομένο ότι πήγαινε προς τα εκεί με φίλους προκειμένου να αφήσουν πράγματα για κρατούμενο που είχε συλληφθεί την προηγούμενη μέρα στην κινητοποίηση.
Ξεκαθάρισε πως δεν γνώριζε προσωπικά τον Βασίλη Μάγγο, ότι η ίδια δεν συμμετείχε σε συλλογικότητες και ότι στην κινητοποίηση της προηγούμενης ημέρας συμμετείχε ως πολίτης διαμαρτυρόμενη κατά της καύσης των σκουπιδιών, και την επόμενη μέρα ήταν έξω από τα δικαστήρια για συμπαράσταση στον συλληφθέντα.
Όπως είπε είδε έναν αστυνομικό να υποδεικνύει τον Βασίλη και να πηγαίνουν αστυνομικοί προς το μέρος του, και άρχισαν να τον κλωτσάνε και να τον χτυπάνε, τους είπε «τι κάνετε;» , άρχισαν να σπρώχνουν, της μίλησε ένας αστυνομικός άσεμνα και το τελευταίο που είδε ήταν να του βάζουν τις χειροπέδες. «Ήταν πολύ βίαιο αυτό που συνέβη και βίωσα», είπε. Κατά την κατάθεσή της και απαντώντας σε ερωτήσεις για τα περιστατικά μετά, ανέφερε ότι πήγαν τρία άτομα και στάθμευσαν πριν το αστυνομικό τμήμα, με τη μία εξ αυτών να πηγαίνει με τα πόδια για να δώσει τα πράγματα στον κρατούμενο. Λίγο μετά τους τηλεφώνησε και τους είπε ότι είχε βρει τον Βασίλη απέναντι από το κτίριο, σε άθλια κατάσταση, δεν μπορούσε να περπατήσει και έπρεπε να τον πάρουν με το αυτοκίνητο.
Όπως αναφέρει η ΕΡΤ, η μάρτυρας είπε ότι είδαν τη συγκεκριμένη φίλη να τον κρατάει υποβασταζόμενο, και τον βοήθησαν να μπει στο αμάξι. «Κρατούσε με τα χέρια του την κοιλιά του, προσπαθούσε να κρατήσει μια σταθερότητα και ανάμεσα από τα βογγητά τους εξιστόρησε τι έγινε μέσα στην Ασφάλεια. Είπε ότι του κρατούσαν τα χέρια πίσω, ότι τον χτυπούσαν, ένας αστυνομικός πιο πολύ, τόσο δυνατά που σε κάποια στιγμή ένοιωθε ότι πλέον δεν τον χτυπούσαν με γκλομπ αλλά με ξύλο. Τον έβριζαν, τον χλεύαζαν, δεν του έδιναν νερό. Τους είπε επίσης ότι άκουσε μετά δυο αστυνομικούς να συζητάνε να τον αφήσουν ελεύθερο και να του «ρίξουν κατηγορία απόδρασης» ή «να τον πάνε στο νοσοκομείο», και στις δυο περιπτώσεις απάντησε ο ένας ότι έτσι όπως τον έχουν κάνει δεν γίνεται τίποτα από τα δύο.
Η μάρτυρας ρωτήθηκε αρκετές φορές γιατί δεν τον πήγανε νοσοκομείο, και εκείνη απάντησε ότι ήταν το πρώτο που του πρότειναν αλλά είχε αρνηθεί, ήθελε να πάει στους δικούς του ανθρώπους για να αισθάνεται ασφαλής και σεβάστηκαν τη θέλησή του. «Αν σας «έμενε» μέσα στο αυτοκίνητο δε θα ήσασταν και σεις κατηγορούμενη τώρα;» διερωτήθηκε συνήγορος. Με τον ίδιο τρόπο απάντησε και στην ερώτηση συνηγόρων υπεράσπισης που τη ρώτησαν γιατί δεν τον πήγαν με το αυτοκίνητο ακριβώς στο σπίτι του. «Σεβαστήκαμε τα «θέλω» ενός ανθρώπου που πονούσε, να είναι με τους δικούς του ανθρώπους».
Η μάρτυρας ρωτήθηκε αν ο Βασίλης Μάγγος φαινόταν να ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και αν είχε πνευματική διαύγεια. Η μάρτυρας απάντησε πως μιλούσε ξεκάθαρα, ωστόσο σωματικά πονούσε πολύ. Επίσης θυμήθηκε ότι μέσα στο αυτοκίνητο ο Βασίλης Μέγγος τους είχε πει ότι στο κτίριο της Αστυνομίας τον χλεύαζαν λέγοντας, «ένα δυο πλευρά δε θα σου λείψουν, τόσα έχεις», είπε μεταξύ άλλων. Η δίκη θα συνεχιστεί στις 20 και στις 27 Ιουνίου.
Με πληροφορίες της ΕΡΤ

































