«Εθισμένα δεν ξέρω, κολλημένα σίγουρα» - έτσι περιγράφει τα δυο παιδιά της η Ελένη, ενώ τα 12χρονα δίδυμά της από τη γωνία του σαλονιού δεν καταδέχονται καν να μπουν στη συζήτησή μας. Τα παιδιά της δεν έχουν λογαριασμούς στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, ωστόσο χρησιμοποιούν ολημερίς τα τάμπλετ τους – ενίοτε και ολονυχτίς. «Κάνουμε αγώνα για να τα βγάλουμε στον έξω κόσμο, για να παίξουν στη γειτονιά. Για να διαβάσουν κανένα βιβλίο δεν το παλεύουμε πια, έχουμε παραιτηθεί. Δεν ξέρω αν είμαι υπερ ή κατά της απαγόρευσης πρόσβασης στα ΜΚΔ για τα παιδιά, δεν είμαι σίγουρη ότι θα λειτουργήσει. Ωστόσο, είμαι σίγουρη ότι κάτι δεν κάνουμε καλά εμείς οι μεγάλοι. Νομίζω ότι βολευτήκαμε κάπου κι εμείς οι γονείς με την οθόνη – νταντά και κάπου θα το πληρώσουμε».
Οι προβληματισμοί δεν είναι μονάχα της Ελένης – οι περισσότεροι γονείς μάλλον στέκουν αμήχανοι απέναντι σε αυτόν τον φοβερό τεχνολογικό κόσμο, εντός του οποίου οι ίδιοι είναι μέτοικοι, τα παιδιά τους ωστόσο είναι ντόπιοι. Έναν κόσμο που όπως ο πραγματικός είναι γεμάτος ευκαιρίες, προκλήσεις, αλλά και σοβαρούς κινδύνους. Απέναντι σε αυτούς η Αυστραλία πρώτη τον περασμένο Δεκέμβριο θεσμοθέτησε την καθολική απαγόρευση πρόσβασης σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Μια σειρά από χώρες σε όλον τον κόσμο εξετάζουν ανάλογες απαγορεύσεις – μεταξύ αυτών και η Ελλάδα. Ωστόσο, αν κανείς ρωτήσει εφήβους θα διαπιστώσει πως μάλλον ισχύει το παλιό ρητό «όσο υψώνονται οι φράχτες τόσο βελτιώνονται οι άλτες».
Τόσο η θεσμοθέτηση περιορισμών όσο και η απόφαση του δικαστηρίου στο Λος Άντζελες (που από σειρά αναλυτών χαρακτηρίστηκε ιστορική) θέτουν μια σειρά από πολύ σοβαρά ερωτήματα για την ίδια την αρχιτεκτονική του διαδικτύου, τον έλεγχο και την λογοδοσία των big tech εταιριών, την φύση του ίντερνετ και τον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό έλεγχό του. Εστιάζοντας ωστόσο στο πιο κρίσιμο ερώτημα, που είναι η προστασία των παιδιών είναι άραγε οι απαγορεύσεις και οι ηλικιακοί περιορισμοί το εργαλείο για να τα προστατεύσουμε;
Μετά την θεσμοθέτηση της απαγόρευσης στην Αυστραλία, η UNICEF σε ανακοίνωσή της τονίζει πως «οι απαγορεύσεις των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συνοδεύονται από τους δικούς τους κινδύνους και μπορεί ακόμη και να γυρίσουν μπούμερανγκ». Θυμίζοντας πως «για πολλά παιδιά, ιδιαίτερα εκείνα που είναι απομονωμένα ή περιθωριοποιημένα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι μια σανίδα σωτηρίας για μάθηση, σύνδεση, παιχνίδι και αυτοέκφραση», η UNICEF προτρέπει τις κυβερνήσεις, τις ρυθμιστικές αρχές και τις εταιρείες τεχνολογίας να συνεργαστούν με τα παιδιά και τις οικογένειες για να δημιουργήσουν έναν ψηφιακό χώρο που να είναι ασφαλής, χωρίς αποκλεισμούς και με σεβασμό στα δικαιώματα των παιδιών. «Οι γονείς έχουν κρίσιμο ρόλο, αλλά επί του παρόντος καλούνται να κάνουν το αδύνατο για να προστατεύσουν τα παιδιά τους στο διαδίκτυο: να παρακολουθούν πλατφόρμες που δεν σχεδίασαν, αστυνομικούς αλγόριθμους που δεν μπορούν να δουν και να διαχειρίζονται δεκάδες εφαρμογές όλο το εικοσιτετράωρο», δήλωσε η UNICEF.
ΕΣΤΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑ Θεώνη Κουφονικολάκου, δικηγόρος, πρ. Συνήγορος του Παιδιού
«Υπάρχει μια πλευρά στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης που επιβαρύνει την αυτοεκτίμηση των παιδιών ή τα εκθέτει σε επιβλαβές κι επικίνδυνο περιεχόμενο, σε εκφοβισμό, σε fake news, σε ανήθικο μάρκετινγκ. Η Επιτροπή Προστασίας Ανηλίκων Καταναλωτών που έχει ως σκοπό την προάσπιση της ψυχικής υγείας των ανηλίκων από εμπορικές πρακτικές, προϊόντα και περιεχόμενο, έχει επισημάνει ότι τα παιδιά βομβαρδίζονται από εμπορικά ερεθίσματα που τα καλούν σε μίμηση του ρόλου των ενηλίκων και σε σεξουαλικής φύσης συμπεριφορές, προωθώντας έτσι τη συρρίκνωση της παιδικής ηλικίας κι αυτό αυξάνει την πιθανότητα έκθεσης των παιδιών σε κίνδυνο και υπονομεύει την ανάπτυξή τους.
Ενώ όμως το μέτρο της απαγόρευσης πρόσβασης των ενηλίκων στα ΜΚΔ είναι ιδιαίτερα δημοφιλές πολιτικά κι έχει επικοινωνιακό προβάδισμα, δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη η αποτελεσματικότητά του.
»Δυστυχώς, σε όλη αυτή τη συζήτηση στην Ελλάδα, παραβλέπουμε την οπτική των ίδιων των παιδιών και δεν έχουμε διαβουλευτεί μαζί τους μέχρι σήμερα, όπως προβλέπει η Σύμβαση. Στην Αυστραλία, σε μια μεγάλη έρευνα σε 17.000 ανηλίκους κάτω των 15 ετών, τα παιδιά σε ποσοστό 72% απάντησαν ότι το μέτρο της απαγόρευσης δεν θα είναι αποτελεσματικό. Πράγματι, υπάρχουν φόβοι ότι τα παιδιά θα στραφούν σε λιγότερο ρυθμιζόμενες πλατφόρμες, σε κρυφές on line κοινότητες ή σε άλλες – πιο σκοτεινές κι επικίνδυνες – πρακτικές ώστε να παρακάμψουν με κάποιο τρόπο την απαγόρευση.
»Η απαγόρευση, πέρα από τις επιφυλάξεις ως προς την αποτελεσματικότητά της, δεν αρκεί. Χρειάζεται ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να εστιάζει πολύ περισσότερο από ό,τι σήμερα στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της συναισθηματικής νοημοσύνης ώστε να θωρακίζει τα παιδιά από επικίνδυνες πρακτικές με τις οποίες θα έρθουν σε επαφή. Απαιτείται ένα ολιστικό σύστημα πλαισίωσης και υποστήριξη των οικογενειών ώστε να ενθαρρύνονται στην δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης με τα παιδιά. Απαιτείται επιπλέον, πολύ περισσότερη ευαισθητοποίηση των γονέων στο επίπεδο της πρόληψης˙ ας μην ξεχνάμε πως οι πρώτοι που δίνουν πρόσβαση σε χρήση ηλεκτρονικών συσκευών σε παιδιά μικρής ηλικίας είναι οι ίδιοι οι γονείς.
»Τα σοβαρά κενά στο εκπαιδευτικό σύστημα και στο σκέλος των υπηρεσιών στήριξης δεν επιτρέπουν ιδιαίτερη αισιοδοξία. Το ελληνικό κράτος φαίνεται να έχει πλήρως ενστερνισθεί την «πατρική» του λειτουργία με απαγορεύσεις και αυστηροποιήσεις, αλλά δεν αποδίδει καθόλου ως προς την αντίστοιχη «μητρική». Έχουμε μια δομική ασυμμετρία, εστιάζουμε συνεχώς στο κατασταλτικό σκέλος κι απουσιάζουν τα αντανακλαστικά της πρόληψης και της σταθερής φροντίδας της οικογένειας και του παιδιού. Ακόμα και σε αυτό το κομμάτι των περιορισμών είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ασχολούμαστε μόνο με την πρόσβαση των παιδιών στα ΜΚΔ και όχι με την έκθεσή τους σε αυτά. Ο Συνήγορος έχει επανειλημμένα εκφράσει τον προβληματισμό του για τη συνεχή χρήση οπτικοακουστικού υλικού που αφορά τα παιδιά από τους ίδιους στους γονείς τους. Μιλάμε για παιδιά influencers, που είναι εκτεθειμένα κάθε μέρα και μεγαλώνουν με μια κάμερα πάνω από το κεφάλι τους με άγνωστες επιπτώσεις στην αυτοεικόνα τους και την ανάπτυξή τους.
»Σύμφωνα με έρευνα που έγινε στην Αγγλία, η εικόνα του μέσου παιδιού έχει εκτεθεί πάνω από 1300 φορές στο διαδίκτυο πριν το παιδί φτάσει στα 13 του χρόνια. Αυτές οι εικόνες και τα βίντεο δεν είναι δυνατόν να αφαιρεθούν˙ όποιος θέλει κακόβουλα να ανατρέξει σε αυτό το υλικό μπορεί να το πράξει ανά πάσα στιγμή. Μέσω του ψηφιακού αποτυπώματος του παιδιού κι άλλες πληροφορίες του είναι διαθέσιμες σε τρίτους. Το πρόβλημα γίνεται πολύ μεγαλύτερο όταν οι γονείς εξασφαλίζουν εισόδημα μέσω της έκθεσης των παιδιών τους, διότι εδώ ελλοχεύει και το στοιχείο της εκμετάλλευσης».
ΜΙΑ ΒΟΛΙΚΗ ΜΕΤΩΝΥΜΙΑ, ΜΙΑ ΚΙΒΔΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ Γιώργος Νικολαϊδης, ψυχίατρος, διευθυντής της Διεύθυνσης Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού.
«Το σκεπτικό διαφόρων χωρών οι οπόοίες πολύ εσχάτως προβαίνουν στην απαγόρευση πρόσβασης των ανηλίκων σε κάποια Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι τουλάχιστον ονομαστικά η προστασία των ανηλίκων – και λέω «ονομαστικά» γιατί ο τρόπος που έχει εφαρμοστεί το μέτρο αυτό ή κάτι που επιγράφεται έτσι στη δημόσια σφαίρα σε χώρες όπως η Αυστραλία, πολύ απέχει από το να στοχεύει όντως στην προστασία των ανηλίκων. Μένει να δούμε τι και με ποιο τρόπο θα εφαρμόσει η ελληνική κυβέρνηση – αν πάντως υιοθετήσει το μοντέλο της Αυστραλίας, που ήταν η πρώτη που εφήρμοσε ένα τέτοιο μοντέλο, παρά την επίκληση της ασφάλειας των παιδιών, πρακτικά η νομοθεσία δίνει απεριόριστη ελευθερία στους παρόχους των ΜΚΔ και άλλων ψηφιακών πλατφορμών.
»Με το πρόσχημα της προστασίας των ανηλίκων και παραιτούμενο το κράτος από το δικαίωμά του να ελέγχει τι γίνεται στον ψηφιακό κόσμο, αναθέτει την ευθύνη της «αστυνόμευσής» του στους παρόχους, δίνοντάς τους πλήρη ελευθερία να κάνουν ό,τι θέλουν για να εντοπίσουν ποιος είναι παιδί, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου των αποφάσεών τους, χωρίς καμία υποχρέωσή τους να δίνουν καν στις Αρχές του κράτους τους αλγόριθμους που χρησιμοποιούν.
»Στην Αυστραλία υπάρχουν φωνές που κριτικάρουν πολύ έντονα αυτά τα μέτρα: πρώτον γιατί το ότι απαγορεύεται η πρόσβαση σε κάποια ΜΚΔ αφήνει ελεύθερο το χώρο οι ανήλικοι να πάνε σε άλλου τύπου πλατφόρμες, μικρότερες και άρα περισσότερο ανεξέλεγκτες – άλλωστε όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η θυματοποίηση των ανηλίκων στο διαδίκτυο συντελείται πολύ περισσότερο στα τσατ ρουμ των παιχνιδιών ή σε άλλες άτυπες μορφές ψηφιακής επικοινωνίας. Δεύτερον, γιατί τα μέσα που χρησιμοποιούν οι πάροχοι για να ελέγχουν ποιος είναι ανήλικος αμφισβητούνται ως προς την αποτελεσματικότητά τους. Οι αξιωματούχοι απάντησαν ότι θα πρέπει να περιμένουμε μια δεκαετία ώστε να αξιολογηθεί το αποτέλεσμα των μέτρων.
»Αν δεν θέλουμε να μπούμε σε μια λογική γενικευμένης υποκρισίας όπου θα λέμε ότι τάχα προστατεύουμε τους ανηλίκους ενώ τίποτα δεν θα κάνουμε, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι τα παιδιά στην εποχή μας είναι πολύ καλύτεροι χρήστες των τεχνολογιών επικοινωνίας και πληροφορικής από τους ενηλίκους. Οι απαγορεύσεις και τα εμπόδια που τους βάζουν οι ενήλικες δεν θα τους πάρουν παραπάνω από μισή μέρα για να τα ξεπεράσουν. Το μεγαλύτερο ανέκδοτο στο χώρο τους διαδικτύου είναι τα προγράμματα γονικού ελέγχου – έχουν ξοδευτεί εκατομμύρια δολάρια για να αγοραστούν και να εγκατασταθούν τέτοια λογισμικά και τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα παιδιά χρειάζονται ελάχιστο χρόνο για να τα παρακάμψουν.
»Φοβάμαι ότι πάμε σε μια ανάλογη κατεύθυνση και νομίζοντας ότι έχουμε προστατεύσει τα παιδιά θα παραγνωρίσουμε τη βασικότερη ανάγκη που έχουν οι ανήλικοι στην εποχή μας - το να τους διδάξουμε πως θα περπατούν με ασφάλεια στον ψηφιακό κόσμο. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν τα κρατάμε στο σπίτι μέχρι να γίνουν 16 ή 18 χρονών, αλλά τα μαθαίνουμε πως να κυκλοφορούν στον φυσικό κόσμο, πως να έχουν κριτήρια, να βλέπουν τον κίνδυνο και να απομακρύνονται, να ζητούν βοήθεια, να πηγαίνουν εκεί όπου υπάρχει ασφάλεια.
» Είναι μια βολική μετωνυμία η απαγόρευση: λέμε στην κοινωνία ότι τάχα μου με έναν τεχνικό τρόπο, με μια απαγόρευση, με ένα κουμπί θα μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε αυτά που δυσκολεύεται να κατακτήσει η σχέση γονιών – παιδιών. Είναι λάθος, είναι μια κίβδηλη υπόσχεση.
»Στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή συζητιέται σε πολλές χώρες η απαγόρευση, αλλά ακόμα δεν έχουμε αποτελέσματα από την εφαρμογή κάπου. Όλοι κινούμαστε σε αχαρτογράφητα νερά. Το μοντέλο που προτείνει η κυβέρνηση Μακρόν ουσιαστικά είτε για τα ΜΚΔ, είτε για τις άλλες εφαρμογές – βάζει μια υποχρέωση στους παρόχους ότι δεν πρέπει να δέχονται είσοδο από ανήλικα άτομα, με όποιο τρόπο νομίζουν. Συνήθως αυτό γίνεται από μια τρίτη εταιρεία η οποία ζητά στοιχεία που επιβεβαιώνουν την ηλικία. Υποτίθεται ότι η εταιρεία δεν κρατά τα δεδομένα, ωστόσο όλοι ξέρουμε ότι το σύγχρονο Ελ Ντοράντο είναι τα προσωπικά δεδομένα. Θα πετιούνται αυτά ή θα κρατιούνται; Υπάρχουν λοιπόν δύο ερωτήματα: αν το διαδίκτυο είναι ιδιωτικό αγαθό ή δημόσιος χώρος. Κι έπειτα, τον όποιο έλεγχο θα τον κάνουν οι ίδιοι οι ιδιώτες ή πρέπει να υπάρχει ένα κοινωνικό μάτι να ελέγχει.
»Στον αντίποδα των απαγορευτικών πολιτικών, θα πρέπει να απαιτήσουν οι κυβερνήσεις, τα κράτη, οι κοινωνίες περισσότερο έλεγχο στο τι κάνουν οι πάροχοι με τους αλγορίθμους τους, πως στήνουν το περιεχόμενό τους και το πως εξαρτιέται ο κόσμος – ανήλικος ή ενήλικος - από τα ΜΚΔ. Και να δώσουμε στα παιδιά την δυνατότητα και την ελευθερία να μας απευθύνονται αν μπλέξουν κάπου. Τα παιδιά που θα ξεγελάσουν το σύστημα της πιστοποίησης ηλικίας και θα μπουν λάθρα σε κάποιο ΜΚΔ, θα είναι πιο δύσκολο να πουν στους γονείς τους ότι έμπλεξαν. Σε άλλες χώρες, όπως οι σκανδιναβικές, στρέφονται σε μαθήματα που προάγουν κοινωνικές κι όχι τόσο τεχνικές δεξιότητες πια».































