Η Επιθεώρηση Εργασίας «εμφανίστηκε» 3 μέρες μετά την τραγωδία, απαντώντας στην ουσία στο χτεσινό ρεπορτάζ του Dnews. Χρειάστηκε η όχληση μέσω του ρεπορτάζ τόσο από το Dnews όσο και από τον Ριζοσπάστη έτσι ώστε η Επιθεώρηση Εργασίας να απαντήσει. Ωστόσο, τα ερωτήματα είναι πολλά και οι πειστικές απαντήσεις αγνοούνται.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιθεώρησης Εργασίας «Τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας, για το 2021 ήταν 46, για το 2022 ήταν επίσης 46, για το 2023 ήταν 47, ενώ το 2024 ήταν 48. Για το 2025 τα θανατηφόρα ατυχήματα ανέρχονται σε 42, ενώ άλλα 5 βρίσκονται υπό διερεύνηση».
Προσθέτει πως τα εργατικά ατυχήματα και ειδικά τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, ερευνώνται από τους Επιθεωρητές Υγείας και Ασφάλειας της Ανεξάρτητης Αρχής της Επιθεώρησης Εργασίας. Η Επιθεώρηση Εργασίας λειτουργεί βάσει ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων και ακολουθεί διαχρονικά τη μεθοδολογία ταξινόμησης εργατικών ατυχημάτων της Ευρωπαϊκής Στατιστικής για τα εργατικά ατυχήματα (ESAW).
Η Επιθεώρηση Εργασίας τονίζει «ότι, μετά τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Επιθεώρησης, τόσο η αναγγελία των εργατικών ατυχημάτων, όσο και η όλη διαδικασία διερεύνησης, αξιολόγησης, στατιστικής ταξινόμησης και διαχείρισής τους αποτυπώνεται λεπτομερώς στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα. Παράλληλα τηρούνται ακριβή στοιχεία όλων των σχετικών δραστηριοτήτων των Υπηρεσιών».
Όλη η ανακοίνωση:
Με αφορμή δημοσιεύματα που αφορούν τον αριθμό των εργατικών δυστυχημάτων, είναι σημαντικό να επισημανθούν τα εξής:
Τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, σύμφωνα με τις εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας, για το 2021 ήταν 46, για το 2022 ήταν επίσης 46, για το 2023 ήταν 47, ενώ το 2024 ήταν 48. Για το 2025 τα θανατηφόρα ατυχήματα ανέρχονται σε 42, ενώ άλλα 5 βρίσκονται υπό διερεύνηση.
Τα εργατικά ατυχήματα και ειδικά τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, ερευνώνται από τους Επιθεωρητές Υγείας και Ασφάλειας της Ανεξάρτητης Αρχής της Επιθεώρησης Εργασίας. Η Επιθεώρηση Εργασίας λειτουργεί βάσει ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων και ακολουθεί διαχρονικά τη μεθοδολογία ταξινόμησης εργατικών ατυχημάτων της Ευρωπαϊκής Στατιστικής για τα εργατικά ατυχήματα (ESAW).
Υπογραμμίζεται ότι, μετά τον ψηφιακό μετασχηματισμό της Επιθεώρησης, τόσο η αναγγελία των εργατικών ατυχημάτων, όσο και η όλη διαδικασία διερεύνησης, αξιολόγησης, στατιστικής ταξινόμησης και διαχείρισής τους αποτυπώνεται λεπτομερώς στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα. Παράλληλα τηρούνται ακριβή στοιχεία όλων των σχετικών δραστηριοτήτων των Υπηρεσιών.
Την αξιοπιστία των καταγραφών των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων από την Επιθεώρηση Εργασίας εγγυώνται και οι λοιποί θεσμοί και δημόσιες υπηρεσίες που επιλαμβάνονται αυτών και εργάζονται παράλληλα με την Επιθεώρηση προς τη διερεύνηση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του θανατηφόρου αποτελέσματος και της εξαρτημένης εργασιακής σχέσης (συγκεκριμένα οι Αστυνομικές Αρχές, οι Εισαγγελικές Αρχές και οι Ιατροδικαστικές Υπηρεσίες). Ειδικότερα, το ατύχημα αποτελεί αρμοδιότητα αφενός της Επιθεώρησης Εργασίας, η οποία διενεργεί αυτοψία και συντάσσει σχετική έκθεση των αιτιών που προκάλεσαν το ατύχημα, αφετέρου των αστυνομικών αρχών, οι οποίες διενεργούν την αστυνομική προανάκριση, της Ιατροδικαστικής υπηρεσίας, η οποία εκδίδει πόρισμα και τέλος των εισαγγελικών αρχών, που διενεργούν την προανάκριση.
Δημοσιεύματα σχετικά με τον ετήσιο αριθμό εργατικών ατυχημάτων, αντίθετα με τις επίσημες εκθέσεις της Επιθεώρησης Εργασίας, δεν παραπέμπουν ποτέ στην πηγή τους και ουδέποτε εξειδικεύουν τη μεθοδολογία συλλογής, καταγραφής και αξιολόγησης.
Η χώρα μας, σύμφωνα και με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, παρουσιάζει μια πολύ καλή εικόνα συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ένωσης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που εξέδωσε η Eurostat τον Οκτώβριο του 2025, για τα εργατικά δυστυχήματα μεταξύ των χωρών της ΕΕ, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των τριών χωρών όπου παρατηρούνται τα λιγότερα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, πίσω μόνο από τη Γερμανία και την Ολλανδία. Και παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια και το εργατικό δυναμικό έχει αυξηθεί κατά 509.000 εργαζομένους και η παραγωγική δραστηριότητα έχει αυξηθεί.
Ως εργατικό ατύχημα νοείται κάθε πρόκληση σωματικής βλάβης ή εμφάνιση νόσου ή επιδείνωση προϋπάρχουσας νόσου σε εργαζόμενο με συνέπεια την μερική ή ολική, πρόσκαιρη ή διαρκή ανικανότητά του για εργασία ή/και τον θάνατό του, εξαιτίας ενός βίαιου εξωτερικού γεγονότος, μη σχετιζόμενου με τον οργανισμό του παθόντος, εφ’ όσον το γεγονός έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν και συνδέεται με την εργασία άμεσα ή έμμεσα με σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Στην περίπτωση ατυχημάτων σε βάρος ένστολου προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας δεν εφαρμόζεται η εργατική νομοθεσία σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία όταν το ατύχημα λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια δραστηριοτήτων με εγγενείς ιδιαιτερότητες, όπως προβλέπεται στο άρθρ. 2 παρ. 2 εδ. α’ και β΄ του Κώδικα Νόμων για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία. Επιπλέον, παθολογικά συμβάντα τα οποία παρουσιάζονται κατά τη διάρκεια της εργασίας και οφείλονται σε παθολογία ή ενδογενή ευαισθησία ή βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του εργαζομένου, δεν νοούνται ως εργατικά ατυχήματα, εφόσον δεν συνδέονται με βίαια ή/και δυσμενή για την υγεία συμβάντα στο εργασιακό περιβάλλον. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνει παγίως και διαχρονικά η νομολογία των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας.
Επομένως, η Επιθεώρηση Εργασίας έχει υποχρέωση για τη διερεύνηση των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της και αυτά καταγράφει στα στατιστικά στοιχεία που δημοσιοποιεί.
Τι αναφέρει το ρεπορτάζ του Dnews
Σύμφωνα με το χτεσινό αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Dnews, ο Ανδρέας Στοϊμενίδης, πρόεδρος της ΟΣΕΤΕΕ και Γραμματέας Υγείας και Ασφάλειας στην Εργασία της ΓΣΕΕ, μιλώντας στο Dnews αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «όταν στις 8 Ιανουαρίου φωτίσαμε την ιστορική κλιμάκωση της εξελισσόμενης ανθρωποθυσίας στους χώρους εργασίας στη χώρα μας (201 ανθρώπινες απώλειες και 302 σοβαροί τραυματισμοί για το 2025), στοιχειοθετώντας την με την έγκυρη έρευνα της Ομοσπονδίας μας, αντί πρόσκλησης για συνεργασία από το αρμόδιο Υπουργείο, λάβαμε υποτιμητικές κρίσεις για αμφισβητούμενη καταγραφή. Δυστυχώς, η πραγματικότητα έρχεται αμείλικτη να αναδείξει τα ζητήματα των σκληρών και απάνθρωπων όρων εργασίας στη χώρα μας, όπως καθορίζονται και επιτείνονται από τις τελευταίες νομοθετικές πρωτοβουλίες του 13ώρου, την ανυπαρξία κοινωνικού διαλόγου και συλλογικών συμβάσεων εργασίας, την ποινικοποίηση της συνδικαλιστικής δράσης, τη διάλυση του εθνικού συστήματος υγείας και ασφάλειας στην εργασία και την πλήρη αποδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών».
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα καταγεγραμμένα στοιχεία αφορούν μόνο τα θανατηφόρα περιστατικά. Τα εργατικά ατυχήματα που οδηγούν σε σοβαρούς ή μόνιμους τραυματισμούς είναι πολλαπλάσια, σκιαγραφώντας μια καθημερινότητα όπου η εργασία συχνά μετατρέπεται σε πεδίο υψηλού κινδύνου. Ήδη, σύμφωνα με την ΟΣΕΤΕΕ, το 2025 είχαμε 302 σοβαρά τραυματισμούς.
Οι εργαζόμενοι καταγγέλλουν εξαντλητικά ωράρια, με αιχμή το 13ωρο, καθώς η παρατεταμένη εργασία χωρίς επαρκή χρόνο ανάπαυσης οδηγεί σε σωματική και πνευματική εξουθένωση, μειωμένα αντανακλαστικά και αυξημένη πιθανότητα λάθους, ιδιαίτερα σε κλάδους υψηλής επικινδυνότητας.
Το μέλος της ΓΣΕΕ Δημήτρης Καραγεωργόπουλος τονίζει ότι τα εργατικά ατυχήματα στην Ελλάδα δεν είναι ατυχία, είναι πολιτική επιλογή. «Όταν η κυβέρνηση αποδυναμώνει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, νομοθετεί υπέρ της εντατικοποίησης και αντιμετωπίζει την υγεία και την ασφάλεια ως «κόστος», τότε οι χώροι δουλειάς μετατρέπονται σε επικίνδυνες ζώνες. Κάθε νεκρός εργαζόμενος έχει αιτία και ευθύνη. Και αυτή η ευθύνη δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από στατιστικές, ανακοινώσεις και προσχήματα. Η προστασία της ζωής δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια, είναι κρατική υποχρέωση που σήμερα παραβιάζεται συστηματικά».
Ο δικηγόρος εργατολόγος Γιάννης Καρούζος αναφέρει ότι η πρόληψη και η αποφυγή εργατικών ατυχημάτων αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση κάθε εργοδότη, αλλά και συλλογική ευθύνη όλων των εμπλεκομένων στην εργασιακή διαδικασία. Σημειώνει ότι «η τήρηση της ισχύουσας εργατικής και υγειονομικής νομοθεσίας, η εφαρμογή των κανόνων υγείας και ασφάλειας στην εργασία, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων προληπτικών μέτρων, δεν συνιστούν απλώς τυπική συμμόρφωση, αλλά ουσιώδη προϋπόθεση για την προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της αξιοπρέπειας των εργαζομένων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεχής ενημέρωση και εκπαίδευση του προσωπικού, η παροχή κατάλληλου εξοπλισμού, η ορθή οργάνωση της εργασίας και η άμεση αντιμετώπιση οποιουδήποτε κινδύνου ενδέχεται να προκύψει στον χώρο εργασίας». Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι συμβάλλει καθοριστικά στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων και των συναφών νομικών κινδύνων η καλλιέργεια κουλτούρας πρόληψης και ασφάλειας.
Σύμφωνα τον ριζοσπάστη και αναδημοσιεύουν τα Παιχνίδια Εξουσίας, στη χώρα υπάρχει συστηματική υποκαταγραφή και συγκάλυψη των εργατικών «ατυχημάτων» και δυστυχημάτων στην Ελλάδα από όλες τις κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής ΝΔ. Η κυβέρνηση άλλαξε τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό θανάτων ως εργατικών δυστυχημάτων, αποκρύπτοντας πάνω από το μισό των περιπτώσεων, ειδικά όσες σχετίζονται με παθολογικά ή τροχαία αίτια. Οι θάνατοι αυτοί δεν διερευνώνται, ενώ η καθυστέρηση της Επιθεώρησης Εργασίας μετά από ιατροδικαστική εξέταση δεν επιτρέπει αξιόπιστο έλεγχο των συνθηκών εργασίας.
Παράλληλα, η διερεύνηση των ατυχημάτων έχει μειωθεί δραματικά: από το 73% το 2021 σε μόλις 36% το 2024, ενώ από τα θανατηφόρα «ατυχήματα» διερευνώνται λιγότερα από τα μισά. Η κυβέρνηση εφάρμοσε αναδρομικά τον νέο τρόπο καταγραφής, μειώνοντας τον αριθμό των θανάτων για την περίοδο 2020-2023 από 400 σε 178, παρά την αύξηση των συνολικών εργατικών «ατυχημάτων» κατά 68% μεταξύ 2019-2024.
Ο Ριζοσπάστης υπογραμμίζει ότι οι θάνατοι από επαγγελματικές ασθένειες, που αποτελούν το 98% των θανάτων στην ΕΕ σύμφωνα με τον EU-OSHA, στην Ελλάδα δεν καταγράφονται καθόλου. Η εκτίμηση είναι ότι φτάνουν περίπου τους 2.500 θανάτους ετησίως, οι οποίοι παραμένουν ανύπαρκτοι στα επίσημα στοιχεία.
Τέλος, η Επιθεώρηση Εργασίας έχει υποβαθμιστεί, με λιγότερους από 240 επιθεωρητές να ελέγχουν εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις, χωρίς επαρκή υλικοτεχνική υποδομή. Η μετατροπή της σε «ανεξάρτητη αρχή» και η αδράνεια των κυβερνήσεων δημιουργούν ένα περιβάλλον ατιμωρησίας για τους εργοδότες, ενώ οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε αυξημένους κινδύνους.
Συνολικά, η ανάλυση καταδεικνύει πως η ελληνική πολιτεία, με νομοθετικά και διοικητικά τερτίπια, διατηρεί το ζήτημα των εργατικών ατυχημάτων και των θανατηφόρων περιστατικών σε πλασματικά χαμηλά επίπεδα.




























