Το ενδεχόμενο η κρίση στη Μέση Ανατολή να παραταθεί για ακόμη και έξι μήνες, προκαλώντας σοβαρές αναταράξεις στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και τη διεθνή οικονομία, ανέδειξε ο εκτελεστικός πρόεδρος της Metlen, Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στο συνέδριο FT Energy Transition Summit.
Ο επικεφαλής της Metlen εξέφρασε έντονο προβληματισμό για τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, επισημαίνοντας ότι οι διεθνείς αγορές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με σχετική ψυχραιμία την κρίση, χωρίς να έχουν αποτιμήσει πλήρως τις πιθανές οικονομικές συνέπειες μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. «Δεν έχουμε ακόμη δει τον πραγματικό λογαριασμό της κρίσης», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι οι αγορές φυσικού αερίου παραμένουν συγκρατημένες επειδή προεξοφλούν πως η ένταση θα αποκλιμακωθεί σύντομα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σημαντικότερος κίνδυνος για την Ευρώπη αυτήν τη στιγμή είναι η εξαιρετικά χαμηλή πληρότητα των αποθηκών φυσικού αερίου. Όπως ανέφερε, τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται περίπου στο 30%, όταν την αντίστοιχη περσινή περίοδο κυμαίνονταν κοντά στο 50%, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό έλλειμμα ασφάλειας εφοδιασμού ενόψει του επόμενου χειμώνα.
Ο κ. Μυτιληναίος προειδοποίησε ότι εάν οι καιρικές συνθήκες μεταβληθούν ή αυξηθεί η ζήτηση LNG στην Ασία, τότε μεγάλος όγκος φορτίων θα κατευθυνθεί προς την Άπω Ανατολή, αναγκάζοντας την Ευρώπη να ανταγωνιστεί επιθετικά για την εξασφάλιση προμηθειών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, όπως εξήγησε, η ΕΕ θα αναγκαστεί να πληρώσει πολύ υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου, με άμεσες συνέπειες τόσο στη βιομηχανία όσο και στα νοικοκυριά.
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, οι τιμές του φυσικού αερίου παραμένουν μέχρι στιγμής σχετικά σταθερές, κινούμενες στην περιοχή των 40-45 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ο επικεφαλής της Metlen απέδωσε αυτή τη συμπεριφορά των αγορών στην πεποίθηση ότι η κρίση στον Κόλπο θα λήξει σύντομα και ότι τα Στενά του Ορμούζ θα επανέλθουν σύντομα σε κανονική λειτουργία.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, οι επενδυτές θεωρούν ότι αργά ή γρήγορα θα υπάρξει πολιτική διευθέτηση, με αποτέλεσμα να μην έχουν ενσωματώσει ακόμη στις τιμές το ενδεχόμενο μιας μακράς κρίσης. Σε αυτό το πλαίσιο, έκανε ειδική αναφορά στις δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι οι αγορές φαίνεται να εκλαμβάνουν τις τοποθετήσεις του ως ένδειξη ότι η κρίση δεν θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος, ωστόσο, εκτίμησε ότι το ενδεχόμενο παρατεταμένης σύγκρουσης είναι απολύτως πιθανό. Ερωτηθείς ευθέως αν ο πόλεμος θα μπορούσε να διαρκέσει ακόμη και έξι μήνες, απάντησε ότι θεωρεί αυτό το σενάριο ρεαλιστικό, επισημαίνοντας ότι κάθε ημέρα που περνά επιβαρύνει περαιτέρω τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Οι επιπτώσεις, όπως εξήγησε, δεν περιορίζονται μόνο στο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Η κρίση επηρεάζει ήδη τα λιπάσματα, τις πρώτες ύλες, τα τρόφιμα και τη βιομηχανία αλουμινίου, καθώς μεγάλος αριθμός μονάδων παραγωγής βρίσκεται στην περιοχή του Κόλπου. Ειδικά για το αλουμίνιο, σημείωσε ότι μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγικής δυναμικότητας έχει εγκατασταθεί στις χώρες του Κόλπου εξαιτίας του χαμηλού ενεργειακού κόστους, καθώς περίπου το 40% του κόστους παραγωγής του μετάλλου συνδέεται άμεσα με την ενέργεια.
Στην περίπτωση της Metlen, ο κ. Μυτιληναίος εξήγησε ότι ο όμιλος βρίσκεται σε διπλή θέση: αφενός είναι μεγάλος παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας και αφετέρου ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας λόγω της δραστηριότητας στην παραγωγή αλουμινίου. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, όπως είπε, οι δύο αυτοί παράγοντες λειτουργούν εξισορροπητικά, όμως η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από ακραία μεταβλητότητα.
Από τη μία πλευρά, οι τιμές του αλουμινίου έχουν εκτιναχθεί λόγω των προβλημάτων στον Κόλπο, γεγονός που ενισχύει τα έσοδα της εταιρείας. Από την άλλη, η άνοδος κατά 40%-50% στις τιμές φυσικού αερίου αυξάνει σημαντικά το κόστος λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό, όπως αποκάλυψε, η Metlen προχώρησε εγκαίρως σε στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) για τις ανάγκες φυσικού αερίου τόσο του 2026 όσο και του 2027.
Ο επικεφαλής της εταιρείας τόνισε ότι η απόφαση αυτή δεν σχετίζεται μόνο με την τρέχουσα κρίση στη Μέση Ανατολή αλλά και με την πεποίθηση ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης ενεργειακής αβεβαιότητας εξαιτίας της αργής αναπλήρωσης των αποθεμάτων και της διαρκούς μεταβολής στις παγκόσμιες ροές LNG.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο. Όπως σημείωσε, η Νοτιοανατολική Ευρώπη τροφοδοτούνταν επί δεκαετίες κυρίως μέσω ρωσικών αγωγών, όμως μετά την εισβολή στην Ουκρανία η κατάσταση άλλαξε δραστικά και πλέον η περιοχή βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε φορτία LNG.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα περισσότερα φορτία που φτάνουν στη Ρεβυθούσα και χρησιμοποιούνται από τη Metlen προέρχονται πλέον από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ερωτηθείς αν η Ευρώπη έχει απλώς αντικαταστήσει μια ενεργειακή εξάρτηση –από τη Ρωσία– με μια νέα εξάρτηση από τις ΗΠΑ, απέφυγε να τοποθετηθεί απόλυτα, χαρακτηρίζοντας το ζήτημα βαθιά πολιτικό.
Υπογράμμισε ωστόσο ότι εάν ποτέ οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούσαν το φυσικό αέριο ως εργαλείο πίεσης προς την Ευρώπη, τότε αυτό θα σήμαινε πως οι διατλαντικές σχέσεις θα είχαν ήδη εισέλθει σε πολύ βαθύτερη κρίση, με πολύ σοβαρότερες συνέπειες από το ίδιο το ενεργειακό ζήτημα.
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέλαβε τη θέση του υπέρ της πράσινης μετάβασης, διευκρινίζοντας όμως ότι αυτή δεν αποτελεί μόνο εργαλείο απανθρακοποίησης αλλά και κρίσιμο παράγοντα ενεργειακής ασφάλειας. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα φτωχότερες χώρες, όπως η Σρι Λάνκα, οι οποίες περιορίζουν τις εισαγωγές φυσικού αερίου λόγω του υψηλού κόστους, γεγονός που –όπως είπε– καθιστά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μονόδρομο για την επιβίωσή τους.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα των ΑΠΕ παραμένει η αποθήκευση ενέργειας. Όπως εξήγησε, όταν σταματά η παραγωγή από φωτοβολταϊκά, ενεργοποιούνται οι μονάδες φυσικού αερίου, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Η λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται στην ανάπτυξη τεχνολογιών αποθήκευσης μέσω μπαταριών, οι οποίες θα μπορούν να διατηρούν φθηνή ενέργεια για αρκετές ώρες. Μάλιστα, εκτίμησε ότι η τεχνολογία ήδη κινείται προς μπαταρίες τεσσάρων ωρών, με προοπτική στο μέλλον να φτάσουν ακόμη και τις έξι ώρες αυτονομίας.
Ο κ. Μυτιληναίος δεν παρέλειψε να σχολιάσει και τη στάση των Βρυξελλών απέναντι στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, αφήνοντας αιχμές για την έμφαση που –κατά την άποψή του– δίνεται στην πράσινη μετάβαση εις βάρος της ανταγωνιστικότητας. Μάλιστα, αποκάλυψε ότι σε παλαιότερη συνάντηση με Ευρωπαία επίτροπο για το Κλίμα είχε διαπιστώσει πως οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εμφανίζονται διατεθειμένοι να θυσιάσουν μέρος της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας προκειμένου να επιταχυνθεί η πράσινη ατζέντα.
Τέλος, αναφερόμενος στη ΔΕΗ, έκανε λόγο για μια εταιρεία με κυρίαρχη θέση στην ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική την επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης. Όπως είπε, πρόκειται για μια τεράστια κεφαλαιακή κίνηση, δεδομένου ότι αντιστοιχεί περίπου στο 70% της κεφαλαιοποίησης της εταιρείας, εκτιμώντας ότι η επιτυχία της θα λειτουργήσει θετικά συνολικά για την ελληνική αγορά ενέργειας και θα ενισχύσει τη δυναμική του κλάδου.




























