Νέα μελέτη της Alpha Bank ρίχνει φως στις βαθύτερες αιτίες της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα, έναν χρόνο μετά την πρώτη συστηματική αποτύπωση της αγοράς κατοικίας. Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα είναι πρωτίστως ζήτημα προσφοράς, με τις πιέσεις να εντείνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αττική .
Σύμφωνα με τα στοιχεία, σχεδόν τα δύο τρίτα των κατοικιών έχουν ανεγερθεί πριν από το 1990, ενώ μόλις το 2,6% του στεγαστικού αποθέματος κατασκευάστηκε μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Η πολυετής επενδυτική άπνοια οδήγησε σε γήρανση του κτιριακού αποθέματος, αυξάνοντας την ανάγκη για εκτεταμένες ανακαινίσεις και ενεργειακές παρεμβάσεις, καθώς έξι στις δέκα κύριες κατοικίες χρειάζονται ενεργειακή αναβάθμιση.
Την ίδια στιγμή, παρά τη στενότητα στην αγορά, το 35% των κατοικιών παραμένει μη κατοικούμενο, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι λόγοι εντοπίζονται στις πολλαπλές ιδιοκτησίες, στο υψηλό κόστος ανακαίνισης και στη χαμηλή απόδοση ορισμένων ακινήτων. Ωστόσο, ένας στους πέντε ιδιοκτήτες δηλώνει πρόθεση να διαθέσει το ακίνητό του προς ενοικίαση στο άμεσο μέλλον.
Η μελέτη καταγράφει επίσης αυξημένη πίεση σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, όπου συγκεντρώνεται σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας. Στην Αττική, που φιλοξενεί το 35% του πληθυσμού και παράγει το 46% του ΑΕΠ, η αδυναμία της προσφοράς να συμβαδίσει με τη ζήτηση τροφοδοτεί τη συνεχιζόμενη άνοδο τιμών και ενοικίων.
Παρά τις πιέσεις, αυξάνεται η πρόθεση αγοράς κατοικίας, ιδίως μεταξύ των ενοικιαστών, ενώ το πρόγραμμα «Σπίτι μου II» συγκεντρώνει θετική αποδοχή, αν και σημαντικό ποσοστό ενδιαφερομένων αποκλείεται λόγω κριτηρίων.
Η Alpha Bank υπογραμμίζει την ανάγκη για μια συνεκτική στεγαστική πολιτική, με έμφαση στην αποκέντρωση, την ενίσχυση της εξ αποστάσεως εργασίας και τη δημιουργία κινήτρων για την ενεργοποίηση των κενών ακινήτων, προκειμένου να αποκλιμακωθούν οι πιέσεις στην προσιτή στέγη και να ενισχυθεί η βιωσιμότητα της περιφέρειας.





























