Συχνότερη παρουσία και μεγαλύτερο φορτίο μικροπλαστικών στους πνεύμονες ασθενών που διαγνώστηκαν με καρκίνο του πνεύμονα διαπίστωσε μελέτη της Πνευμονολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας και του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Στα δείγματα βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος, μικροπλαστικά ανιχνεύθηκαν στο 66% των ασθενών με καρκίνο του πνεύμονα, έναντι 46% των ασθενών χωρίς κακοήθεια. Οι ασθενείς με καρκίνο παρουσίαζαν επίσης υψηλότερο συνολικό φορτίο μικροπλαστικών, ενώ η συσχέτιση παρέμεινε στατιστικά σημαντική ακόμη και όταν συνυπολογίστηκαν η ηλικία, το φύλο και η έκθεση στο κάπνισμα. Η σημασία των ευρημάτων έφερε τη μελέτη στο επίκεντρο του Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Πνευμονολογίας 2026 (ERS Congress 2026) στη Βαρκελώνη ενώ την παρουσίασε ο Ηλίας Δημέας, ερευνητής του University College Dublin και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Η έρευνα προσθέτει νέα στοιχεία στην αυξανόμενη επιστημονική τεκμηρίωση ότι μικροπλαστικά που βρίσκονται στον αέρα μπορούν να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της αναπνοής και να καταλήξουν στους πνεύμονες. Τα αποτελέσματα δεν αποδεικνύουν ότι τα μικροπλαστικά προκαλούν καρκίνο του πνεύμονα. Αναδεικνύουν, όμως, σημαντικά ερωτήματα για την πιθανή σχέση τους με τη φλεγμονή, τις πνευμονικές παθήσεις και τον τρόπο με τον οποίο οι ασθενείς πνεύμονες συγκρατούν τα εισπνεόμενα σωματίδια σύμφωνα με το Magnesianews.gr.
Η μελέτη σε 100 ασθενείς
Στην προοπτική μελέτη συμμετείχαν 100 ενήλικες που υποβλήθηκαν σε διαγνωστική βρογχοσκόπηση στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Μετά την ολοκλήρωση της διαγνωστικής διαδικασίας, οι 50 ασθενείς διαγνώστηκαν με καρκίνο του πνεύμονα, ενώ οι υπόλοιποι 50 δεν εμφάνιζαν κακοήθεια. Από όλους τους συμμετέχοντες συλλέχθηκαν δείγματα βρογχοκυψελιδικού εκπλύματος, μιας διαδικασίας κατά την οποία χρησιμοποιείται φυσιολογικός ορός για τη συλλογή κυττάρων και άλλου υλικού από τους αεραγωγούς. Από 50 ασθενείς ελήφθησαν επιπλέον μικρά δείγματα πνευμονικού ιστού. Συνολικά αναλύθηκαν 150 αναπνευστικά δείγματα – 100 δείγματα εκπλύματος και 50 δείγματα ιστού – με ειδικά μέτρα για την αποφυγή επιμόλυνσης κατά την επεξεργασία τους. Η ανίχνευση των μικροπλαστικών πραγματοποιήθηκε μικροσκοπικά, ενώ επιλεγμένα σωματίδια επιβεβαιώθηκαν και χαρακτηρίστηκαν με φασματοσκοπία micro-Raman.
Τα βασικά ευρήματα
Στα δείγματα εντοπίστηκαν συνολικά 232 σωματίδια μικροπλαστικών. Μικροπλαστικά ανιχνεύθηκαν σε τουλάχιστον ένα δείγμα στο 70% των ασθενών και στο 60% του συνόλου των δειγμάτων.
Όταν εξετάστηκαν μαζί τα δείγματα εκπλύματος και πνευμονικού ιστού κάθε ασθενούς, οι συμμετέχοντες με καρκίνο του πνεύμονα είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν μικροπλαστικά και παρουσίαζαν υψηλότερο συνολικό φορτίο σε σχέση με όσους δεν είχαν διαγνωστεί με κακοήθεια.
Η σύγκριση των δύο τύπων δειγμάτων από τους ίδιους ασθενείς έδειξε ακόμη ότι τα μικροπλαστικά δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στον πνεύμονα. Στους ασθενείς με καρκίνο, το μεγαλύτερο φορτίο μικροπλαστικών στο βρογχοκυψελιδικό έκπλυμα συνδεόταν με μικρότερο φορτίο στο αντίστοιχο δείγμα ιστού και αντίστροφα.
Τα δείγματα εκπλύματος συλλέγουν σωματίδια από τους αεροχώρους του πνεύμονα, ενώ τα δείγματα ιστού αποτυπώνουν σωματίδια που έχουν ενσωματωθεί στον ίδιο τον πνευμονικό ιστό. Το εύρημα υποδηλώνει ότι διαφορετικά τμήματα του πνεύμονα ενδέχεται να συγκρατούν τα μικροπλαστικά με διαφορετικό τρόπο.
Οι συχνότεροι τύποι πλαστικού που αναγνωρίστηκαν ήταν το πολυπροπυλένιο και το πολυαιθυλένιο, υλικά που χρησιμοποιούνται ευρέως σε συσκευασίες, υφάσματα, οικιακά αντικείμενα και άλλα καθημερινά καταναλωτικά προϊόντα.
Ο Ηλίας Δημέας σημείωσε: «Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι τα εισπνεόμενα μικροπλαστικά εντοπίζονται στον ανθρώπινο πνεύμονα συχνότερα απ’ όσο ίσως αντιλαμβανόμαστε. Η μελέτη δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί βρέθηκαν περισσότερα μικροπλαστικά στους ασθενείς με καρκίνο ούτε αποδεικνύει ότι αυτά προκαλούν τη νόσο. Αναδεικνύει, όμως, κρίσιμα ερωτήματα που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση».
Μία πιθανότητα είναι τα μικροπλαστικά να συμμετέχουν σε φλεγμονώδεις ή άλλες βιολογικές διεργασίες που σχετίζονται με την εμφάνιση ασθενειών. Είναι, όμως, επίσης πιθανό οι πνεύμονες που έχουν προσβληθεί από νόσο να συγκρατούν διαφορετικά τα σωματίδια σε σύγκριση με τους υγιείς πνεύμονες. Η συγκεκριμένη μελέτη δεν μπορεί να διακρίνει ανάμεσα σε αυτές τις πιθανές ερμηνείες.
Τα επόμενα βήματα της έρευνας
Η ερευνητική ομάδα έχει ήδη ξεκινήσει νέες εργαστηριακές μελέτες, με στόχο να κατανοήσει καλύτερα τους τύπους πλαστικών που εντοπίζονται και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αλληλεπιδρούν με τα κύτταρα του πνεύμονα. Παράλληλα, αναλύονται δείγματα ασθενών με χρόνιες πνευμονικές παθήσεις, προκειμένου να διερευνηθεί εάν τα μικροπλαστικά ενδέχεται να διαδραματίζουν ρόλο στην πνευμονική ίνωση και στην εξέλιξη των παθήσεων αυτών. Η ερευνητική ομάδα της Πνευμονολογικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας και του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με επιστημονικά υπεύθυνη την Καθηγήτρια Πνευμονολογίας Ζωή Δανιήλ, περιλαμβάνει τον Καθηγητή Κωνσταντίνο Ι. Γουργουλιάνη, την Ελένη Καρέτση, τον Χαράλαμπο Βαρσαμά, τον Ηλία Δημέα, τον Κωνσταντίνο Τουρλακόπουλο, τον Αθανάσιο Παγώνη, την Αγγελική Μίζιου, την Παρασκευή Κύργου και τον Σωτήριο Σίνη.
Στη διεπιστημονική ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επίσης ο Επίκουρος Καθηγητής Ευάγγελος Οικονόμου και ο Γεώργιος Ε. Ζακυνθινός από τη Γ΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική του Νοσοκομείου Νοσημάτων Θώρακος «Η Σωτηρία» και την Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ· ο Καθηγητής Ιωάννης Δ. Παπανικολάου, ο Χρήστος Σαλμάς, ο Αχιλλέας Σαρρής και η Μαρία Γιαννάκη από το Εργαστήριο Ορυκτολογίας-Γεωλογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών· ο Ιωάννης Διαμαντής από την Καρδιοθωρακοχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας· ο Σταύρος Π. Αναστόπουλος από το Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ· οι Cormac McCarthy και Michael P. Keane από το University College Dublin και το St Vincent’s University Hospital· ο Patrick D. Mitchell από το Tallaght University Hospital και το Trinity College Dublin· και η Καθηγήτρια Μαρία Περράκη από τη Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων-Μεταλλουργών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.
Η μελέτη συνδέει την κλινική έρευνα με την περιβαλλοντική επιστήμη και την εξειδικευμένη ανάλυση υλικών, αναδεικνύοντας τη σημασία των διεπιστημονικών και διεθνών συνεργασιών για την κατανόηση νέων παραγόντων που ενδέχεται να επηρεάζουν την ανθρώπινη υγεία.
































