Για τους περισσότερους ανθρώπους μια εξαγωγή δοντιού ή ένας βαθύς καθαρισμός αποτελεί μια απλή οδοντιατρική πράξη. Για έναν ασθενή με αιμορροφιλία, όμως, η ίδια διαδικασία μπορεί να εξελιχθεί σε επείγουσα κατάσταση, καθώς ακόμη και μια μικρή επέμβαση στη στοματική κοιλότητα ενδέχεται να προκαλέσει παρατεταμένη ή και απειλητική για τη ζωή αιμορραγία.
Και σύμφωνα με μια νέα επιστημονική ανασκόπηση, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η ίδια η νόσος, αλλά το γεγονός ότι πολλοί οδοντίατροι δεν έχουν εκπαιδευτεί επαρκώς για να τη διαχειριστούν.
Η μελέτη που δημοσιεύθηκε στο The Open Medicine Journal από ερευνητές στην Ινδία, συγκεντρώνει τις πιο πρόσφατες επιστημονικές οδηγίες για την ασφαλή αντιμετώπιση ασθενών με αιμορροφιλία στο οδοντιατρείο.
Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς, η έλλειψη εμπειρίας οδηγεί συχνά σε καθυστερήσεις στη θεραπεία, σε διαφορετικές πρακτικές από γιατρό σε γιατρό και, στις σοβαρότερες περιπτώσεις, σε ανεξέλεγκτη αιμορραγία μετά από επεμβάσεις που θα μπορούσαν να είχαν πραγματοποιηθεί με ασφάλεια εφόσον υπήρχε ο κατάλληλος σχεδιασμός.
Η αιμορροφιλία που επηρεάζει κυρίως τους άνδρες, είναι μια κληρονομική διαταραχή της πήξης του αίματος, κατά την οποία ο οργανισμός δεν διαθέτει επαρκείς ποσότητες πρωτεϊνών που είναι απαραίτητες για τον σχηματισμό θρόμβου.
Η πιο συχνή μορφή, η αιμορροφιλία Α, αφορά περίπου 1 στις 5.000 γεννήσεις αγοριών παγκοσμίως και οφείλεται σε έλλειψη του παράγοντα VIII της πήξης, ενώ η σπανιότερη αιμορροφιλία Β σχετίζεται με ανεπάρκεια του παράγοντα IX και αφορά 1 στις 30.000 γεννήσεις αγοριών.
Η στοματική κοιλότητα αποτελεί ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον, καθώς εκτίθεται συνεχώς στην έκκριση σάλιου, στις πιέσεις της μάσησης και σε μικροτραυματισμούς, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας μετά από οποιαδήποτε επέμβαση στα ούλα ή στα οστά της σιαγόνας.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι πριν από κάθε επεμβατική οδοντιατρική πράξη, είτε πρόκειται για εξαγωγή ή βαθύ καθαρισμό, είτε για αναισθησία κοντά σε αγγεία, απαιτείται λεπτομερής αξιολόγηση του ασθενούς.
Ο οδοντίατρος πρέπει να γνωρίζει τον τύπο της αιμορροφιλίας, τη βαρύτητά της και αν ο ασθενής έχει αναπτύξει αντισώματα που μειώνουν την αποτελεσματικότητα της κλασικής θεραπείας υποκατάστασης των παραγόντων πήξης.
Το θεραπευτικό τοπίο αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς
Μέχρι σήμερα, η βασική στρατηγική για την ασφαλή αντιμετώπιση παραμένει η χορήγηση των κατάλληλων παραγόντων πήξης πριν και μετά την επέμβαση, πάντα σε συνεργασία με αιματολόγο.
Παράλληλα, χρησιμοποιούνται τοπικά αιμοστατικά μέσα, όπως απορροφήσιμα ράμματα, σπόγγοι κολλαγόνου ή ζελατίνης, ειδικές κόλλες και στοματικά διαλύματα με τρανεξαμικό οξύ, τα οποία συμβάλλουν στον περιορισμό της αιμορραγίας.
Ωστόσο η ανασκόπηση επισημαίνει ότι οι οδοντίατροι πρέπει πλέον να είναι εξοικειωμένοι με νέες θεραπείες, όπως οι παράγοντες πήξης παρατεταμένης διάρκειας δράσης, τα μονοκλωνικά τροποποιημένα αντισώματα όπως το emicizumab, τα οποία μιμούνται τη λειτουργία του παράγοντα VIII, αλλά και τις πρώτες γονιδιακές θεραπείες που βρίσκονται ήδη σε κλινική εφαρμογή και φιλοδοξούν να διορθώσουν μόνιμα το γενετικό πρόβλημα που προκαλεί την ασθένεια.
Αυτές οι εξελίξεις μεταβάλλουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται ο οργανισμός στην αιμορραγία και, κατά συνέπεια, επηρεάζουν τον σχεδιασμό κάθε οδοντιατρικής επέμβασης.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τη χρήση οδοντιατρικών λέιζερ ως μια πρακτική λύση που μπορεί να περιορίσει την αιμορραγία των μαλακών ιστών κατά τη διάρκεια ορισμένων επεμβάσεων, ενώ συνοδεύεται από έναν συνοπτικό πίνακα κλινικών οδηγιών που βοηθά τους οδοντιάτρους να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικά με την προεγχειρητική αξιολόγηση, τα απαραίτητα αιμοστατικά μέτρα, τη φαρμακευτική αγωγή και την παρακολούθηση μετά την επέμβαση.
Πέρα όμως από τη διαχείριση των ίδιων των επεμβάσεων, οι συγγραφείς επιμένουν ότι η πρόληψη αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο. Πολλοί ασθενείς με αιμορροφιλία αποφεύγουν το σχολαστικό βούρτσισμα και τη χρήση οδοντικού νήματος επειδή φοβούνται ότι θα αιμορραγήσουν. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη συχνότητα εμφάνισης τερηδόνας και περιοδοντίτιδας, τα οποία αργότερα απαιτούν επεμβάσεις με ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο.
Η λύση, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι η τακτική προληπτική οδοντιατρική φροντίδα, με συχνούς ελέγχους, φθορίωση και θεραπείες που μειώνουν την ανάγκη για πιο επεμβατικές διαδικασίες.
Εξίσου σημαντική είναι και η επιλογή της κατάλληλης αναλγητικής αγωγής. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η παρακεταμόλη αποτελεί την ασφαλέστερη επιλογή για την αντιμετώπιση του πόνου, ενώ η ασπιρίνη και αρκετά μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων και αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Παρότι οι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι η εργασία τους αποτελεί αφηγηματική και όχι συστηματική ανασκόπηση, γεγονός που περιορίζει τη βαρύτητα των συμπερασμάτων, καταλήγουν σε ένα σαφές μήνυμα: η σύγχρονη αντιμετώπιση της αιμορροφιλίας στο οδοντιατρείο δεν βασίζεται μόνο στα φάρμακα, αλλά κυρίως στη σωστή εκπαίδευση του οδοντιάτρου, στην πρόληψη και στη στενή συνεργασία μεταξύ ασθενούς, οδοντιάτρου και αιματολόγου.





























