Ένα υποθαλάσσιο ηφαίστειο στον Ινδικό Ωκεανό έδωσε στους επιστήμονες μια μοναδική ευκαιρία να μελετήσουν υλικό που φαίνεται να προέρχεται από τα πρώτα στάδια της δημιουργίας της Γης.
Σύμφωνα με νέα έρευνα, η λάβα που αναβλύζει από το νεαρό ηφαίστειο περιέχει χημικές «υπογραφές» οι οποίες παραπέμπουν στον αρχέγονο ωκεανό μάγματος που κάλυπτε τον πλανήτη πριν από περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια.
Κατά τη γέννηση της Γης, η επιφάνειά της ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά λιωμένη εξαιτίας της τεράστιας θερμότητας που προκλήθηκε από τις συνεχείς συγκρούσεις με άλλα ουράνια σώματα. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο πλανήτης διέθετε έναν παγκόσμιο ωκεανό μάγματος, ο οποίος σταδιακά ψύχθηκε και κρυσταλλώθηκε, οδηγώντας στον σχηματισμό του μανδύα και του πυρήνα.
Μέχρι σήμερα θεωρούνταν εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστούν άμεσα ίχνη αυτής της περιόδου, καθώς η τεκτονική δραστηριότητα και η συνεχής ανακύκλωση του φλοιού έχουν εξαφανίσει τα περισσότερα αρχαία γεωλογικά στοιχεία. Ωστόσο, η νέα μελέτη δείχνει ότι σε μεγάλα βάθη του μανδύα ίσως έχουν διατηρηθεί απομονωμένες περιοχές που δεν αναμείχθηκαν πλήρως με το υπόλοιπο εσωτερικό της Γης.
Χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται στα περισσότερα ηφαιστειακά πετρώματα
Αναλύοντας τη χημική και ισοτοπική σύσταση της λάβας, οι ερευνητές εντόπισαν χαρακτηριστικά που δεν συναντώνται στα περισσότερα ηφαιστειακά πετρώματα. Οι ιδιαιτερότητες αυτές υποδηλώνουν ότι το μάγμα προήλθε από ένα εξαιρετικά αρχαίο τμήμα του μανδύα, το οποίο διατήρησε τη χημική του ταυτότητα επί δισεκατομμύρια χρόνια.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το ηφαίστειο δεν έφερε στην επιφάνεια τον ίδιο τον αρχέγονο ωκεανό μάγματος. Αντίθετα, η λάβα περιέχει χημικά ίχνη από υλικά που σχηματίστηκαν εκείνη την εποχή, λειτουργώντας σαν μια «χρονοκάψουλα» από τα πρώτα εκατομμύρια χρόνια της ιστορίας του πλανήτη.
Η ανακάλυψη αναμένεται να βοηθήσει τους γεωεπιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο σχηματίστηκε η Γη, πώς εξελίχθηκε το εσωτερικό της και γιατί ορισμένα αρχέγονα υλικά κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι σήμερα.
Παράλληλα, τα νέα δεδομένα μπορούν να βελτιώσουν τα μοντέλα που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη της δημιουργίας και της εξέλιξης των βραχωδών πλανητών τόσο στο Ηλιακό Σύστημα όσο και πέρα από αυτό.
Πηγή Νew Scientist


























