Η απώλεια ενός συντρόφου αποτελεί μία από τις πιο βαθιά τραυματικές εμπειρίες στη ζωή ενός ανθρώπου. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι το πένθος δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο.
Σύμφωνα με μελέτη επιστημόνων στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, οι άνδρες φαίνεται να υφίστανται πολύ πιο σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες στην υγεία τους μετά τον θάνατο της συζύγου τους, σε αντίθεση με τις γυναίκες, οι οποίες εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Affective Disorders, ανέλυσε δεδομένα από σχεδόν 26.000 συμμετέχοντες στη Γεροντολογική Μελέτη Αξιολόγησης της Ιαπωνίας, εκ των οποίων οι 1.076 βίωσαν συζυγικό πένθος. Η ομάδα εξέτασε 37 διαφορετικά αποτελέσματα για την υγεία από την απώλεια του/της συζύγου σε τρία στάδια (2013, 2016 και 2019), αναλύοντας τις διαφορές ανά φύλο και διάρκεια με την πάροδο του χρόνου.
Τα ευρήματα αποκαλύπτουν μια έντονη διαφοροποίηση μεταξύ των δύο φύλων. Οι άνδρες που έχασαν τη σύζυγό τους παρουσίασαν σημαντική επιδείνωση τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική τους υγεία, ενώ παράλληλα αυξήθηκε ο κίνδυνος εμφάνισης άνοιας και πρόωρης θνησιμότητας. Παράλληλα, καταγράφηκε μείωση της καθημερινής λειτουργικότητας, αύξηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και αισθητή υποχώρηση της κοινωνικής υποστήριξης, ακόμη κι όταν οι ίδιοι δήλωναν πιο κοινωνικά ενεργοί μετά την απώλεια.
Οι ειδικοί σημειώνουν ότι η κοινωνικοποίηση δεν συνεπάγεται απαραίτητα ουσιαστική συναισθηματική στήριξη, κάτι που φαίνεται να επηρεάζει ιδιαίτερα τους άνδρες. Επιπλέον, παρατηρήθηκε αύξηση στην κατανάλωση αλκοόλ, γεγονός που ενδέχεται να επιδεινώνει περαιτέρω την ήδη εύθραυστη κατάσταση της υγείας τους.
Αντίθετα, οι γυναίκες που έχασαν τον σύζυγό τους εμφάνισαν μόνο μια παροδική μείωση της ευτυχίας, χωρίς σημαντικές επιπτώσεις στη συνολική υγεία τους. Μάλιστα, σε βάθος χρόνου πολλές ανέφεραν αύξηση της ικανοποίησης από τη ζωή και βελτίωση της ψυχολογικής τους κατάστασης. Αν και παρατηρήθηκε μεγαλύτερη τάση προς την καθιστική ζωή, η συνολική εικόνα παρέμεινε σαφώς πιο θετική συγκριτικά με τους άνδρες.
Οι επιστήμονες αποδίδουν αυτές τις διαφορές σε βαθιά ριζωμένους κοινωνικούς και πολιτισμικούς ρόλους. Σε πολλές κοινωνίες, οι άνδρες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη σύντροφό τους για συναισθηματική και πρακτική υποστήριξη, ενώ έχουν λιγότερο ανεπτυγμένα κοινωνικά δίκτυα εκτός οικογένειας. Έτσι, η απώλεια της συζύγου συχνά οδηγεί σε έντονη απομόνωση.
Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες είναι συχνότερα εκείνες που αναλαμβάνουν τον ρόλο του φροντιστή, και σε ορισμένες περιπτώσεις η απώλεια του συζύγου μπορεί να συνοδεύεται και από μια μορφή ανακούφισης από αυτό το βάρος, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τη βελτίωση της ευεξίας τους.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στο πρώτο έτος μετά την απώλεια, το οποίο φαίνεται να αποτελεί περίοδο αυξημένου κινδύνου, ειδικά για τους άνδρες. Οι ερευνητές υπογραμμίζουν την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις και για υποστήριξη από οικογένεια, φίλους και επαγγελματίες υγείας, με έμφαση στην πρόληψη της μοναξιάς και των ανθυγιεινών μηχανισμών διαχείρισης του πένθους.
Η μελέτη φωτίζει μια διάσταση της απώλειας που έχει λιγότερο συζητηθεί, αναδεικνύοντας ότι το πένθος δεν είναι μόνο συναισθηματική εμπειρία, αλλά και καθοριστικός παράγοντας για τη συνολική υγεία.
Τα ευρήματα αναμένεται να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο στοχευμένων πολιτικών και παρεμβάσεων που θα λαμβάνουν υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες ανδρών και γυναικών σε μία από τις πιο ευάλωτες στιγμές της ζωής τους.































