Μια διεθνής ερευνητική ομάδα κατάφερε να εντοπίσει και να προβλέψει τις περιοχές του πλανήτη όπου εμφανίζονται τα πιο επικίνδυνα είδη σκορπιών, μια εξέλιξη που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα στην πρόληψη των θανατηφόρων τσιμπημάτων τους.
Τα τσιμπήματα σκορπιών αποτελούν μια υποτιμημένη αλλά σοβαρή παγκόσμια κρίση δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα στις τροπικές και υποτροπικές περιοχές. Κάθε χρόνο περισσότερα από δύο εκατομμύρια άνθρωποι δέχονται τσίμπημα από αυτούς. Στις περισσότερες περιπτώσεις προκαλείται έντονος πόνος και οίδημα, όμως ορισμένα είδη εγχέουν δηλητήριο που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή νόσηση ή ακόμη και στον θάνατο, ιδίως παιδιών και ηλικιωμένων. Υπολογίζεται ότι πάνω από 3.000 παιδιά χάνουν τη ζωή τους ετησίως εξαιτίας τσιμπημάτων σκορπιών.
Η μελέτη που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο Galway στη Ιρλανδία σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Ibn Zohr στο Μαρόκο και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Communications, αποκάλυψε τις περιβαλλοντικές συνθήκες που επηρεάζουν την κατανομή αυτών των δηλητηριωδών οργανισμών (συγκεκριμένα 19 taxa σκορπιών).
Συνδυάζοντας πολυετή επιτόπια έρευνα στην Αφρική με προηγμένη οικολογική μοντελοποίηση σε υπολογιστή, οι επιστήμονες κατάφεραν να προβλέψουν πού είναι πιθανότερο να εντοπίζονται επικίνδυνα είδη σκορπιών και ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την εξάπλωσή τους.
Η ανάλυση αποκάλυψε ένα εντυπωσιακό μοτίβο. Ο τύπος του εδάφους αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα που καθορίζει την παρουσία των περισσότερων σκορπιών (για το 74% των ειδών), ενώ η θερμοκρασία, τόσο οι μέσες τιμές όσο και οι εποχικές διακυμάνσεις, παίζει επίσης κρίσιμο ρόλο για ορισμένα είδη.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι τα είδη των σκορπιών δεν συμπεριφέρονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Κάποια είναι ευρέως διαδεδομένα και προσαρμόσιμα, ενώ άλλα έχουν εξαιρετικά περιορισμένη γεωγραφική κατανομή, γεγονός που υποδηλώνει πολύ συγκεκριμένες οικολογικές απαιτήσεις και δημιουργεί τοπικές ζώνες υψηλού κινδύνου.
Η έρευνα εστίασε στο κεντρικό Μαρόκο που είναι μία από τις πιο επιβαρυμένες περιοχές παγκοσμίως από περιστατικά τσιμπημάτων σκορπιών. Στόχος δεν ήταν μόνο η επιστημονική κατανόηση του φαινομένου, αλλά και η πρακτική αξιοποίηση των ευρημάτων για τη διαμόρφωση στρατηγικών πρόληψης, την ανάπτυξη νέων διαγνωστικών εργαλείων και τη βελτίωση των αντιοφικών ορών.
Παρότι υπάρχουν αντιοροί για αρκετά είδη σκορπιών, οι ιατρικές ομάδες συχνά δυσκολεύονται να ταυτοποιήσουν γρήγορα το υπεύθυνο για το τσίμπημα είδος, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη χορήγηση της κατάλληλης θεραπείας την κρίσιμη στιγμή.
Για να προβλέψουν πού ζουν οι επικίνδυνοι σκορπιοί και ποιες περιβαλλοντικές συνθήκες προτιμούν, οι ερευνητές αξιοποίησαν ένα υπολογιστικό εργαλείο χαρτογράφησης που ονομάζεται Maximum Entropy.
Χρησιμοποιώντας παγκοσμίως διαθέσιμα δεδομένα για το έδαφος, τη θερμοκρασία και άλλους οικολογικούς παράγοντες απέδειξαν ότι η ίδια μεθοδολογία μπορεί να εφαρμοστεί και εκτός Μαρόκου, σε τροπικές περιοχές όπου τα διαθέσιμα στοιχεία για τα είδη είναι περιορισμένα.
Επικεφαλής της μελέτης ήταν ο Δρ Michel Dugon, διευθυντής του Venom Systems Lab στο Πανεπιστήμιο του Galway. Όπως δήλωσε, τα ευρήματα «μπορούν να σώσουν ζωές», καθώς επιτρέπουν στις υγειονομικές αρχές να διενεργήσουν εκστρατείες ενημέρωσης, να εκπαιδεύσουν το ιατρικό προσωπικό πρώτης γραμμής και να προχωρήσουν σε δράσεις πρόληψης σε περιοχές υψηλού κινδύνου, με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των παιδιών. Η ίδια προσέγγιση σημείωσε, μπορεί να εφαρμοστεί οπουδήποτε οι σκορπιοί αποτελούν απειλή από τη Βραζιλία μέχρι τη Μέση Ανατολή και την Ινδία.
Ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, ο Fouad Salhi, υποψήφιος διδάκτορας στο University Ibn Zohr του Αγκαντίρ, τόνισε ότι η έρευνα αποδεικνύει πώς τα δεδομένα βιοποικιλότητας μπορούν να καθοδηγήσουν πολιτικές δημόσιας υγείας.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, γνωρίζουν ακόμη ελάχιστα για την οικολογία των σκορπιών, τη σύσταση των δηλητηρίων τους και τις βέλτιστες θεραπευτικές πρακτικές. Γι’ αυτό και η ανάπτυξη νέων εργαλείων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας απαιτεί διεπιστημονική συνεργασία από ειδικούς δημόσιας υγείας και κλινικούς γιατρούς μέχρι ζωολόγους και τοπικές κοινότητες.
Η συγκεκριμένη μελέτη ωστόσο, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, μετατρέποντας τα οικολογικά δεδομένα σε απτό εργαλείο προστασίας της ανθρώπινης ζωής.



























