Η συγκεκριμένη έρευνα των επιστημόνων από το Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών παρουσιάστηκε πρόσφατα στο 26ο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ενδοκρινολογίας στη Στοκχόλμη.
Τα ευρήματα της μελέτης θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμα στον εντοπισμό, με μια απλή και φθηνή μέθοδο, ατόμων υψηλού κινδύνου για οστεοπορωτικό κάταγμα και να προτείνουν τον σχεδιασμό ενός πλάνου για σωματική άσκηση.
Η οστεοπόρωση (που κυριολεκτικά σημαίνει πορώδες οστό) είναι μια κοινή μεταβολική νόσος ατόμων άνω των 50, αλλά είναι επίσης και μια από τις παθήσεις που δεν διαγιγνώσκονται έγκαιρα. Έχει χαρακτηριστεί ως σιωπηρή νόσος, καθώς δεν εκδηλώνεται με κάποια συμπτώματα και έτσι ο/η ασθενής συνήθως φτάνει στο γιατρό όταν η οστεοπόρωση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο και ο ίδιος/α έχει υποστεί ήδη το πρώτο κάταγμα, το οποίο συμβαίνει συχνότερα στη σπονδυλική στήλη.
Τεχνικές απεικόνισης, όπως η Απορροφησιομετρία Ακτίνων Χ Διπλής Ενέργειας, γνωστή στη διεθνή βιβλιογραφία ως DXA ή DEXA (Dual-Energy X-Ray Absorptiometry) χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας (BMD), ενώ η βαθμολογία του δοκιδωτού (σπογγώδους) οστού με τον δείκτη TBS αξιολογεί την ποιότητά του και προβλέπει την πιθανότητα νέων καταγμάτων ανεξάρτητα από τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας (BMD). Ο δείκτης TBS (trabecular bone score) σχετίζεται μικροαρχιτεκτονικά με καλή μηχανική αντοχή των οστών. Ένα χαμηλό TBS score σχετίζεται σταθερά µε αύξηση των οστεοπορωτικών καταγμάτων.
Μέχρι τώρα, η επίδραση που έχει το σωματικό λίπος στην υγεία των οστών δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως. Για να το διερευνήσουν αυτό, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Αθηνών εξέτασαν 14 άνδρες και 101 γυναίκες με μέση ηλικία περίπου 62 ετών, που δεν είχαν ιστορικό κατάγματος και διαπίστωσαν ότι όσο περισσότερο λίπος εντοπίζεται στην κοιλιά (σπλαγχνικό λίπος) και περιβάλλει τα εσωτερικά όργανα, τόσο πιο υποβαθμισμένη είναι η ποιότητα του σπογγώδους οστού της σπονδυλικής στήλης.
Στη συνέχεια, οι ερευνητές εξέτασαν την κατανομή του υποδόριου σωματικού λίπους και διαπίστωσαν ότι τα άτομα με περισσότερη λιπώδη μάζα στα χέρια ήταν πιο πιθανό να έχουν χειρότερη ποιότητα οστών και μειωμένη οστική αντοχή στη σπονδυλική στήλη.
«Παραδόξως, παρατηρήσαμε, για πρώτη φορά, ότι η σωματική σύσταση και ιδιαίτερα η λιπώδης μάζα του βραχίονα συνδέεται αρνητικά με την ποιότητα των οστών και με την οστική ισχύ των σπονδύλων. Αυτό σημαίνει ότι το υποδόριο λίπος στον βραχίονα, το οποίο μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί, μπορεί να αναδειχθεί ως χρήσιμος δείκτης ποιότητας των οστών της σπονδυλικής στήλης, που προβλέπει πιθανώς τον κίνδυνο κατάγματος των σπονδύλων», σχολιάζει η Ενδοκρινολόγος και Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κα. Εύα Κασσή, η οποία είναι η κύρια συγγραφέας της μελέτης.
«Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σπλαχνικό λίπος - το οποίο βρήκαμε ότι συσχετίζεται ισχυρά με τη χαμηλή ποιότητα των οστών - είναι ορμονικά το πιο ενεργό συστατικό του συνολικού σωματικού λίπους. Παράγει κυτταροκίνες, δηλαδή βιοενεργά μόρια που ονομάζονται λιποκυτοκίνες (adipocytokines) τα οποία προκαλούν φλεγμονή χαμηλού βαθμού, επομένως η αυξημένη φλεγμονώδης κατάσταση έχει εύλογα αρνητικό αντίκτυπο στην ποιότητα των οστών», προσθέτει η Ελληνίδα επιστήμονας.
Οι αδιποκίνες που εκκρίνονται από τον λιπώδη ιστό έχουν διάφορες επιπτώσεις στην υγεία και στις ασθένειες. Παίζουν σημαντικούς ρόλους στη ρύθμιση του μεταβολισμού, της φλεγμονής, της ανοσίας, της καρδιαγγειακής λειτουργίας και του καρκίνου. Η απορρύθμιση των αδιποκινών μπορεί να συμβάλει σε διαταραχές που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Ο λιπώδης ιστός δεν είναι μόνο ένα παθητικό όργανο αποθήκευσης ενέργειας αλλά και ένα ενεργό ενδοκρινικό όργανο.
Ωστόσο, η κα. Κασσή εκτιμά ότι απαιτούνται περισσότερες και μεγαλύτερες σε δείγμα μελέτες για να επιβεβαιωθεί η σχέση μεταξύ του λίπους του βραχίονα και του κινδύνου κατάγματος της σπονδυλικής στήλης.
«Αν και τα αποτελέσματά μας δείχνουν να είναι ισχυρά, σκοπεύουμε να αυξήσουμε τον αριθμό των συμμετεχόντων και να διευρύνουμε το ηλικιακό εύρος συμπεριλαμβάνοντας και νεότερους ενήλικες μεταξύ 30 και 50 ετών, καθώς και περισσότερους άνδρες», λέει η ίδια και συνεχίζει: «Επιπλέον, θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε και να υποδείξουμε την πιο αποτελεσματική σωματική άσκηση ρουτίνας που στοχεύει όχι μόνο στη μείωση του σπλαχνικού λίπους αλλά και συνολικά του λίπους του επάνω μέρους του σώματος και ειδικότερα του βραχίονα ως πιθανού δείκτη της βελτίωσης της ποιότητας του οστού».




























