Καταρρίπτεται άλλο ένα κυβερνητικό άλλοθι για τους φόρους, σημειώνει σε ανακοίνωσή του ο ΣΥΡΙΖΑ.
Συνεχίζει λέγοντας πως «η κυβέρνηση Μητσοτάκη επί χρόνια αρνείται να μειώσει φόρους σε βασικά αγαθά και καύσιμα, ισχυριζόμενη ότι η μείωση δεν περνά στις τελικές τιμές. Η έρευνα της ΓΣΕΒΕΕ τη διαψεύδει κατηγορηματικά, καταγράφοντας ότι η μείωση του ΦΠΑ το 2022-2023 πέρασε σχεδόν πλήρως στους καταναλωτές».
Ο ΣΥΡΙΖΑ στην ανακοίνωσή του διερωτάται «μήπως ήρθε, επιτέλους, η ώρα η κυβέρνηση να εγκαταλείψει τα προσχήματα και να μειώσει τους φόρους, όπως επίμονα προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ; Ή θα συνεχίσει να συντηρεί την ακρίβεια, προστατεύοντας τα υπερκέρδη των ισχυρών σε βάρος της κοινωνίας;».
ΓΣΕΒΕΕ: Σχεδόν πλήρης η μετακύλιση των μειώσεων ΦΠΑ στις τιμές την περίοδο 2022-2023
Στοιχεία που παρουσίασε σήμερα το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ φαίνεται να δικαιώνουν όσους υποστηρίζουν τη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ ως μέτρο ανακούφισης των καταναλωτών, διαψεύδοντας παράλληλα το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης ότι οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν περνούν στις τελικές τιμές. Σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα του Ινστιτούτου, οι μειώσεις ΦΠΑ που εφαρμόστηκαν την περίοδο 2022-2023 στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετακυλίστηκαν σχεδόν πλήρως στις τιμές καταναλωτή, με ποσοστά που κυμάνθηκαν από 90% έως 100%.
Το συμπέρασμα αυτό περιλαμβάνεται σε ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με τίτλο «Βαθμός μετακύλισης της μεταβολής των συντελεστών του ΦΠΑ στις τιμές και επιπτώσεις στο εισόδημα των νοικοκυριών», το οποίο εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι μεταβολές των συντελεστών ΦΠΑ επηρεάζουν τις τελικές τιμές και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η ανάλυση βασίζεται στην εμπειρία από τις προσωρινές μειώσεις ΦΠΑ που εφαρμόστηκαν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την περίοδο 2022-2023, στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης και των έντονων πληθωριστικών πιέσεων. Μέσα από την εξέταση 32 εμπειρικών μελετών που αφορούν 69 περιπτώσεις μεταβολών συντελεστών ΦΠΑ, το Ινστιτούτο καταγράφει σημαντικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με προηγούμενες περιόδους.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, έως και το 2020 ο μέσος βαθμός μετακύλισης των μειώσεων ΦΠΑ στις τιμές καταναλωτή διαμορφωνόταν περίπου στο 50%, γεγονός που τροφοδοτούσε τον σκεπτικισμό για την αποτελεσματικότητα του μέτρου. Ωστόσο, οι νεότερες μελέτες δείχνουν ότι κατά την περίοδο 2022-2023 η εικόνα άλλαξε σημαντικά, καθώς οι μειώσεις φόρου πέρασαν σχεδόν εξ ολοκλήρου στις τελικές τιμές.
Το μέσο ποσοστό μετακύλισης υπολογίζεται στο 74%, στοιχείο που, σύμφωνα με το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις συχνά απορροφούν μέρος του πρόσθετου κόστους προκειμένου να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους και τη θέση τους στην αγορά. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις μικρές και ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας. Όπως επισημαίνεται, στις επιχειρήσεις αυτές το επιχειρηματικό κέρδος ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το εισόδημα του νοικοκυριού. Ως εκ τούτου, ακόμη και όταν ένα μέρος της μείωσης του ΦΠΑ δεν μετακυλίεται άμεσα στις τιμές, δεν χάνεται από την οικονομία, αλλά επιστρέφει έμμεσα στα νοικοκυριά μέσω της αυτοαπασχόλησης, των επενδύσεων και της απασχόλησης.
Το ενημερωτικό σημείωμα υπογραμμίζει επίσης ότι η δομή της αγοράς επηρεάζει καθοριστικά τον βαθμό μετακύλισης. Οι πιο ανταγωνιστικές αγορές εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά μεταφοράς των μειώσεων στις τιμές, ενώ σε αγορές με ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά η διαδικασία είναι πιο περιορισμένη. Παράλληλα, θετικό ρόλο διαδραματίζουν η δημοσιότητα που συνοδεύει τα μέτρα μείωσης του ΦΠΑ και ο συντονισμός μεταξύ κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων.
Σε ό,τι αφορά την αναδιανεμητική διάσταση του μέτρου, το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ καταλήγει ότι η μείωση των συντελεστών ΦΠΑ έχει συνολικά θετική επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Ωστόσο, σημειώνει ότι λόγω του οριζόντιου χαρακτήρα της, η αποτελεσματικότητά της παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με πιο στοχευμένες παρεμβάσεις εισοδηματικής ενίσχυσης προς τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
































