Η απόφαση του Αρείου Πάγου να θέσει στο αρχείο τη δικογραφία για την υπόθεση των υποκλοπών προκαλεί έντονα ερωτήματα σχετικά με την πορεία και την ανεξαρτησία της έρευνας, όπως επισημαίνει το κόμμα ΝΙΚΗ σε ανακοίνωσή του.
Σύμφωνα με το κόμμα, η εξέλιξη αυτή «μόνο τυπική δεν είναι», καθώς –όπως τονίζεται– συνιστά μια συνειδητή υποβάθμιση μιας υπόθεσης που αγγίζει τον πυρήνα της Δημοκρατίας. Η ΝΙΚΗ υπογραμμίζει ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αφορά απλώς συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά πλήττει ευθέως θεσμούς, με τη Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία να εμφανίζονται ως τα βασικά «θύματα».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται, όπως αναφέρεται, στον κίνδυνο απαξίωσης της Δικαιοσύνης. Το κόμμα τονίζει ότι με τη συγκεκριμένη εξέλιξη παγιώνεται η αντίληψη πως δεν υπάρχει πραγματική πολιτική βούληση για την αποκάλυψη της πλήρους αλήθειας. Παράλληλα, επισημαίνει τον κίνδυνο η Δικαιοσύνη να εμφανιστεί όχι ως θεματοφύλακας της διαφάνειας, αλλά ως μηχανισμός συγκάλυψης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΝΙΚΗ θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα για τη στάση του Αρείου Πάγου. Όπως αναφέρει, προκαλεί απορία το γεγονός ότι ενώ η δικογραφία είχε επιστραφεί για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών αδικημάτων –μεταξύ των οποίων και αυτό της κατασκοπείας– τελικά κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν λόγοι επανεξέτασης της υπόθεσης. «Άλλων ιατρός, αυτός έλκεσι βρύων», σχολιάζεται χαρακτηριστικά, με το κόμμα να υποστηρίζει ότι η ίδια η Δικαιοσύνη εμφανίζεται «πληγωμένη» την ώρα που καλείται να αποδώσει ευθύνες.
Παράλληλα, η ΝΙΚΗ επαναλαμβάνει τη θέση της από την πρώτη στιγμή της υπόθεσης, υποστηρίζοντας ότι οι υπαίτιοι των υποκλοπών έχουν διαπράξει κακουργηματικές πράξεις που έπληξαν τόσο την Εθνική Ασφάλεια όσο και τη λειτουργία του πολιτεύματος.
Κλείνοντας, το κόμμα τονίζει ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό και δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξαν. Όπως υπογραμμίζεται, «το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν θα κλείσει με αρχειοθετήσεις», αλλά μόνο όταν αποδοθούν ευθύνες σε όλους τους εμπλεκόμενους, «όσο ψηλά κι αν βρίσκονται».




























