Τη συνολική πρόταση της Νέας Αριστεράς για μια βαθιά αναδιάρθρωση της φορολογικής πολιτικής παρουσίασε σε αρθρογραφία του ο γραμματέας του κόμματος, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη ανακατανομής των φορολογικών βαρών και ενίσχυσης των δημόσιων εσόδων μέσα από πιο προοδευτικά μέτρα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το υφιστάμενο μοντέλο στηρίζεται υπέρμετρα στην έμμεση φορολογία, η οποία πλήττει κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Όπως σημείωσε, η αύξηση των τιμών τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των φορολογικών εσόδων μέσω ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης, χωρίς αντίστοιχη ελάφρυνση των πολιτών. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνει τη μείωση των έμμεσων φόρων ως βασικό εργαλείο αντιμετώπισης της ακρίβειας, επισημαίνοντας ότι η επιβάρυνση της κατανάλωσης είναι από τις πιο κοινωνικά άδικες μορφές φορολόγησης.
Παράλληλα, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης εστιάζει στην κατάργηση συγκεκριμένων φοροαπαλλαγών που –όπως υποστηρίζει– στερούν δισεκατομμύρια ευρώ από τα δημόσια ταμεία. Ειδικότερα, αναφέρεται στην απαλλαγή φορολόγησης μερισμάτων μεταξύ εταιρειών συμμετοχών, η οποία εκτιμάται ότι κόστισε περίπου 1,16 δισ. ευρώ μόνο το 2024. Το ποσό αυτό, όπως σημειώνει, προσεγγίζει τη δαπάνη για κρίσιμες κοινωνικές παροχές, όπως η χρηματοδότηση των δημόσιων πανεπιστημίων ή η επαναφορά της 13ης σύνταξης.
Αντίστοιχα, επισημαίνει τη φοροαπαλλαγή στην υπεραξία μεταβίβασης επιχειρηματικών συμμετοχών, η οποία, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, στέρησε περίπου 600 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ συνολικά την περίοδο 2020–2024 οι απώλειες ανέρχονται σε 1,26 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ρύθμιση που επιτρέπει, για παράδειγμα, σε ένα επενδυτικό fund να αποκομίσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από την πώληση μιας επιχείρησης χωρίς φορολογική επιβάρυνση.
Στις προτάσεις περιλαμβάνεται και η κατάργηση της ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης των επενδυτικών σχημάτων, όπως οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και τα funds, των οποίων τα έσοδα παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αφορολόγητα. Η απώλεια εσόδων από τη συγκεκριμένη πρόβλεψη εκτιμάται σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ ετησίως.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη φορολόγηση των μερισμάτων. Ο κ. Σακελλαρίδης επισημαίνει ότι στην Ελλάδα ο συντελεστής ανέρχεται μόλις στο 5%, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση φτάνει το 21%. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, μόνο από τα μερίσματα των τραπεζών για το 2025 –που εκτιμώνται σε 1,68 δισ. ευρώ– το Δημόσιο εισπράττει περίπου 84 εκατ. ευρώ, ενώ με συντελεστή 21% τα έσοδα θα ανέρχονταν σε περίπου 352,8 εκατ. ευρώ.
Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνεται η αύξηση της φορολόγησης των υψηλών εισοδημάτων και η εισαγωγή ενός φόρου μεγάλης περιουσίας, στα πρότυπα διεθνών προτάσεων, με στόχο την ενίσχυση της προοδευτικότητας του φορολογικού συστήματος. Όπως τονίζεται, το πλουσιότερο 1% στην Ελλάδα κατέχει περίπου το 24,3% του συνολικού πλούτου, στοιχείο που –κατά τον ίδιο– αναδεικνύει την ανάγκη για πιο δίκαιη κατανομή των βαρών.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης υποστηρίζει ότι το σύνολο αυτών των παρεμβάσεων μπορεί να αποφέρει σημαντικά δημοσιονομικά οφέλη, επιτρέποντας παράλληλα τη μείωση της επιβάρυνσης για τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών. Όπως σημειώνει, πρόκειται για μια στρατηγική που επιδιώκει να αντιστρέψει τη σημερινή εικόνα, όπου –όπως αναφέρει– τα χαμηλότερα εισοδήματα σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος, ενώ οι οικονομικά ισχυρότεροι συμβάλλουν αναλογικά λιγότερο.






























