Ανακούφιση προκάλεσε η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου στον Γαβριήλ Σακελλαρίδη σχετικά με την απόδοση δικαιοσύνης στο σκάνδαλο των υποκλοπών.
Σε ανάρτηση του στα social media, ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής της Νέας Αριστεράς επεσήμανε την ανάγκη αναβάθμισης του κατηγορητηρίου και πλήρους διερεύνησης ευθυνών για το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων μέσω της ΕΥΠ και του λογισμικού Predator, με σαφή πολιτική αναφορά στον Πρωθυπουργό, λόγω της υπαγωγής της ΕΥΠ στο πρωθυπουργικό γραφείο από το 2019.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υπόθεση για την τελική απόδοση της δικαιοσύνης τώρα αρχίζει.
Αναλυτικά η ανάρτηση του Γαβριήλ Σακελλαρίδη
Η σημερινή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελιοδικείου για τις υποκλοπές είναι μία βαθιά ανάσα δικαιοσύνης.
Δόθηκε μία πρώτη απάντηση -έστω και μερική- στον πανίσχυρο μηχανισμό εξουσίας που στήνει το Μέγαρο Μαξίμου, ότι δεν είναι ανίκητοι, δεν είναι αλώβητοι. Δεν θα μπορούν για πάντα να κάνουν τα δικά τους και να μένουν ατιμώρητοι.
Η επόμενη μάχη όμως τώρα ξεκινάει
Να αναβαθμιστεί το κατηγορητήριο και να αποδοθούν κατηγορίες σε όλα τα πρόσωπα που εμπλέκονται, είτε είναι πολιτικά, είτε όχι.
{https://www.facebook.com/gabriel.sakellaridis/posts/pfbid034tNFZC645UHvJM6Zejk2WEiGrEBRvJY5M7RmKFYvGuZ9nTgUdJ9nSDtEYHRoUeKDl}
Η ευθύνη για τις υποκλοπές, μέσω ΕΥΠ και Predator, ανήκει στον Πρωθυπουργό. Ξεκάθαρα. Το έχει άλλωστε κατοχυρώσει ο ίδιος με το ΦΕΚ του 2019, μεταφέροντας την ευθύνη για την ΕΥΠ στο πρωθυπουργικό γραφείο. Το ό,τι θεώρησε ότι καθάρισε, αποπέμποντας τον διευθυντή του πρωθυπουργικού γραφείου Γρηγόρη Δημητριάδη, περισσότερο με ομολογία συνενοχής μοιάζει και όχι με «κάθαρση».
Οι υποκλοπές είναι το μεγαλύτερο σκάνδαλο της μεταπολίτευσης και ως τέτοιο θα καταγραφεί. Όσο και αν προσπάθησε ο Αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου να περιορίσει τον αριθμό των κατηγορουμένων και να ασκήσει διώξεις για πλημμελήματα και όχι για το κακούργημα της κατασκοπίας, η δικαιοσύνη βρίσκει το δρόμο της.
Είναι αδιανόητο ότι σε κάποιους σκληρούς δίσκους -είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό- υπάρχει καταγεγραμμένο υλικό για την ιδιωτική ζωή πολιτικών, στρατιωτικών, επιχειρηματιών, δημοσιογράφων και δικαστικών και ό,τι με βάση αυτό θα μπορεί δυνητικά να εκβιάζονται.
Είναι επίσης αδιανόητο ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παραπάνω δεν προσέφυγαν στις αρχές και δεν έκαναν μηνύσεις, αποδεχόμενοι με πρωτοφανή αναξιοπρέπεια και φόβο, την παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής. Ποιος αλήθεια μπορεί να παρακολουθούσε τον Α/ΓΕΕΘΑ, τον αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης, των Υπουργό Εξωτερικών και τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και αυτοί να φοβούνται να τον μηνύσουν;
Για όλους αυτούς τους λόγους αξίζουν θερμά συγχαρητήρια σε όλες αυτές και αυτούς που συνέβαλαν καθοριστικά στην αποκάλυψη του μεγαλύτερου σκανδάλου από την μεταπολίτευση και μετά στην Ελλάδα.
Στους δημοσιογράφους, που με την ερευνητική τους δημοσιογραφία αποκάλυψαν και ξεσκέπασαν όλα όσα «δεν μπορούσαν» να ανακαλύψουν οι διωκτικές αρχές. Που με την μεθοδικότητα και το θάρρος τους, παρακίνησαν και πλήθος συναδέλφων τους να τους ακολουθήσουν, θέτοντας ξανά το πλαίσιο του τί συνιστά μαχόμενη, ανεξάρτητη και αποκαλυπτική δημοσιογραφία.
Στους λειτουργούς των ανεξάρτητων αρχών, που θεωρητικά «έκαναν απλά τη δουλειά τους». Όμως σε μία περίοδο που «η δουλειά» των περισσότερων είναι να αφήνουν ανενόχλητο το Μαξίμου να «κάνει τις δουλειές του», τέτοιοι και τέτοιες λειτουργοί γίνονται πρόσωπα-σύμβολα στον αγώνα για την υπεράσπιση της δημοκρατίας.
Αλλά και σε όλες και σε όλους που κινητοποιήθηκαν για να μην κλείσει αυτή υπόθεση και να μην χαθεί μέσα στην επικαιρότητα.
Η υπόθεση τώρα αρχίζει, μέχρι την τελική απόδοση δικαιοσύνης.































