Το Σημείο για τη μελέτη και την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς επισημαίνει ένα σημαντικό κείμενο που δημοσιεύτηκε από το Ινστιτούτο Lemkin για την Πρόληψη της Γενοκτονίας και την Ανθρώπινη Ασφάλεια. Είναι μια δημόσια δήλωση ανησυχίας για την κανονικοποίηση του ναζισμού από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, καθώς διαπιστώνεται πως η ρητορική και ο συμβολισμός που συνδέονται με τη ναζιστική ιδεολογία και τη θεωρία της λευκής υπεροχής αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη πολιτική νομιμότητα.
Το Ινστιτούτο από την πρώτη μέρα της επιστροφής του Τραμπ εντόπισε σαφή προειδοποιητικά σημάδια. Στις 21 Ιανουαρίου 2025 σήμανε συναγερμό μετά τον διπλό ναζιστικό χαιρετισμό από τον Ίλον Μασκ, σε μια τελετή που συμβόλιζε τη μεταβίβαση και την εδραίωση της κρατικής εξουσίας. Την ίδια μέρα ο Τραμπ, με την πρώτη επίσημη πράξη του, ενίσχυσε περαιτέρω τις ανησυχίες: χορήγησε χάρη σε σχεδόν 1.600 άτομα που είχαν καταδικαστεί για τον ρόλο τους στην επίθεση στο Καπιτώλιο, μεταξύ των οποίων γνωστοί εξτρεμιστές και υποστηρικτές των ναζιστών. Η απόφαση αυτή έστειλε μήνυμα ατιμωρησίας και ενθάρρυνε τα εξτρεμιστικά δίκτυα σε ολόκληρη τη χώρα.
Δεν είναι μόνο οι συμβολισμοί: η κυβέρνηση έχει ακολουθήσει διαρθρωτικές πολιτικές που συστηματικά υποβαθμίζουν τη βία των λευκών ρατσιστών ως απειλή για την εθνική ασφάλεια. Αποδυνάμωσε ή κατάργησε προγράμματα που αποσκοπούσαν στην πρόληψη της στοχευμένης βίας και της εγχώριας τρομοκρατίας. Το Κέντρο Προγραμμάτων Πρόληψης και Συνεργασιών (CP3), η κύρια ομοσπονδιακή μονάδα που έχει ως αποστολή τον εντοπισμό των βαθύτερων αιτίων της ριζοσπαστικοποίησης και την πρόληψη του βίαιου εξτρεμισμού, είδε το προσωπικό του να μειώνεται δραστικά.
Η πολιτική αυτή έχει δημιουργήσει ένα επιεικές περιβάλλον για τις εξτρεμιστικές ομάδες. Το Aryan Freedom Network, μια ομάδα που υποστηρίζει ανοιχτά την προετοιμασία για έναν λεγόμενο «φυλετικό ιερό πόλεμο», αριθμεί σύμφωνα με πληροφορίες μεταξύ 1.000 και 1.500 μέλη. Η Base, μια νεοναζιστική τρομοκρατική οργάνωση που είχε σε μεγάλο βαθμό διαλυθεί χάρη στη δράση του FBI υπό την προηγούμενη κυβέρνηση, ανασυγκροτείται με ταχείς ρυθμούς. Πρόσφατες εικόνες από ένοπλες συγκεντρώσεις σηματοδοτούν την ανανεωμένη οργανωτική ικανότητα και επιχειρησιακή φιλοδοξία της.
Παρατηρείται επίσης η τάση διορισμών που έμμεσα επικυρώνουν την εξτρεμιστική ιδεολογία. Ενδεικτική περίπτωση, ο διορισμός του Πωλ Ινγκράσια στην ηγεσία του Γραφείου Ειδικού Συμβούλου των ΗΠΑ. Σε ιδιωτικές επικοινωνίες ο Ινγκράσια φέρεται να παραδέχτηκε ότι έχει «ναζιστικές τάσεις», προκαλώντας ευρεία καταδίκη και εκκλήσεις για την απόσυρσή του, πράγμα που έγινε.
Αυτή η κανονικοποίηση φτάνει πλέον στα υψηλότερα επίπεδα της κυβέρνησης. Ο αντιπρόεδρος Βανς αναφέρθηκε σε μια ομαδική συζήτηση των «Νέων Ρεπουμπλικάνων» με μισογυνιστικό και ναζιστικό περιεχόμενο (συμπεριλαμβανομένων μηνυμάτων όπως «Αγαπώ τον Χίτλερ») αποκαλώντας τους συμμετέχοντες «απλά παιδιά».
Η κανονικοποίηση της εξτρεμιστικής ρητορικής έχει φτάσει στο σημείο όπου οι αμερικανικές κυβερνητικές υπηρεσίες δημοσιεύουν πλέον ολοφάνερα ναζιστικά συνθήματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στις 10 Ιανουαρίου 2026, το Υπουργείο Εργασίας των ΗΠΑ δημοσίευσε ένα tweet που ανέφερε: «Μία πατρίδα. Ένας λαός. Μία κληρονομιά. Θυμήσου ποιος είσαι, Αμερικανέ». Αυτό το σύνθημα δεν είναι αθώο, φαίνεται να αποτελεί σκόπιμη αναφορά σε ένα δημοφιλές σύνθημα της ναζιστικής Γερμανίας: «Ein Volk, ein Reich, ein Führer» (Ένας λαός, μία αυτοκρατορία, ένας ηγέτης).
Αναφορές στους ναζί εμφανίζονται με ανησυχητική συχνότητα στο Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας. Το DHS χρησιμοποίησε νεοναζιστικό ύμνο σε διαφήμιση για προσλήψεις, κυκλοφόρησε εικόνες που επικαλούνται λευκά εθνικιστικά συνθήματα και χρησιμοποιεί ανάλογη γλώσσα. Έφτασε να δημοσιεύει συνθήματα που ιστορικά συνδέονται με την Κου Κλουξ Κλαν και να αναπαράγει εικόνες από βιβλίο γνωστού νεοναζί.
Μετά τον τραγικό θάνατο της Ρενέ Γκουντ, η οποία πυροβολήθηκε εξ επαφής από αξιωματικό της ICE, η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ αρνήθηκε να καταδικάσει τον φόνο, να δεσμευτεί για τη διεξαγωγή έρευνας ή να καλέσει σε εθνική ενότητα. Αντ’ αυτού, εμφανίστηκε σε συνέντευξη Τύπου με φόντο το σύνθημα «Ένας δικός μας, όλοι δικοί σας». Μελετητές του Ολοκαυτώματος έχουν προειδοποιήσει ότι αυτή η φράση επικαλείται τη δοξασία της συλλογικής ευθύνης και της συλλογικής τιμωρίας. Αυτή η αρχή βρίσκεται στο επίκεντρο της ναζιστικής πολιτικής ιδεολογίας και ιστορικά χρησιμοποιήθηκε για να δικαιολογήσει τη μεγάλης κλίμακας βία εναντίον άμαχων πληθυσμών.
Στη Μινεάπολη, ο ως πρόσφατα διοικητής της Συνοριακής Φρουράς Γκρέγκορι Μποβίνο φαίνεται να εκτέλεσε κάτι που μοιάζει με ναζιστικό χαιρετισμό, φορώντας στολή τύπου καμπαρντίνας που θυμίζει αυτές που φορούσαν οι διοικητές των SS. Η βία που ασκεί η ICE εναντίον των κατοίκων του Μινεάπολις αποδεικνύει ότι δεν αναπαράγει απλώς την αισθητική του ναζισμού, αλλά εμπλέκεται όλο και περισσότερο σε πρακτικές που θυμίζουν την Γκεστάπο.
Το Ινστιτούτο Lemkin αναγνωρίζει ότι η κυβέρνηση Τραμπ είναι απίθανο να αναλάβει οποιαδήποτε δράση που θα περιορίσει την αυξανόμενη δύναμη και βία των εξτρεμιστικών ομάδων. Η κυβέρνηση βρίσκεται, προφανώς, στα χέρια ανθρώπων που συμπαθούν αυτές τις ομάδες. Καλεί ωστόσο όσους Αμερικανούς αξιωματούχους δεν επιθυμούν να γίνουν συνένοχοι του φασισμού να καταδικάσουν κατηγορηματικά τον ναζιστικό συμβολισμό, τη ρητορική και την ιδεολογία της λευκής υπεροχής σε όλες τις μορφές της, να πάρουν όσα μέτρα χρειάζεται για την αντιμετώπιση του βίαιου εξτρεμισμού, να διασφαλίσουν τη λογοδοσία των αξιωματούχων που νομιμοποιούν ή αναπαράγουν εξτρεμιστικό λόγο.
Τέλος, με αξιοσημείωτη έμφαση, το Ινστιτούτο χαιρετίζει τους Αμερικανούς που με θάρρος διαμαρτύρονται για την ταχεία διολίσθηση του αμερικανικού κράτους προς τον ολοκληρωτισμό. Η ανθρωπότητα θα αναγνωρίσει μια μέρα την αξία και τον ηρωισμό των ανθρώπων που ξεσηκώνονται και διακινδυνεύουν τη ζωή τους κάθε μέρα.
Ολόκληρο το άρθρο στα αγγλικά εδώ.




























