Στο βιβλίο του, ο Αλέξης Τσίπρας ανατρέπει τις δύο πιο διαδεδομένες θεωρίες που έχουν αναπαράξει οι επικριτές του για τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία την περίοδο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Η πρώτη θεωρία προέρχεται από τους εγχώριους οπαδούς του Grexit και της επιστροφής στη δραχμή που υποστήριζαν ότι υπήρχαν περιθώρια για εξασφάλιση στήριξης από την Ρωσία στην Ελλάδα, που δεν διερευνήθηκαν.
Όπως τονίζει στη Ιθάκη ο Αλέξης Τσίπρας, κατά την επίσκεψη του στη Ρωσία την περίοδο της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους, διατύπωσε στον Ρώσο Πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, αίτημα προκειμένου να αγοράσει η Ρωσία έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου 200-300 εκατομμύρια.
Η απάντηση του Ρώσου Προέδρου, ήταν όπως λέει και ο Αλέξης Τσίπρας, «όχι απλώς ειλικρινής, αλλά θα έλεγα ωμή. Θα προτιμούσε, μου είπε, εκείνα τα χρήματα που ζητήσαμε να τα έδινε σε ένα ορφανοτροφείο γιατί αν τα έδινε στην Ελλάδα θα ήταν σαν να τα πετούσε σε έναν σκουπιδοντενεκέ».
Μάλιστα στο ίδιο απόσπασμα, ο πρώην πρωθυπουργός αποκαλύπτει ότι ο Ρώσος Πρόεδρος τον παρότρυνε να καταλήξει σε συμφωνία με τους εταίρους λέγοντας του χαρακτηριστικά: “Να τα βρεις με την Μέρκελ”. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε, ότι μόλις λίγους μήνες πριν, Πούτιν και Μέρκελ είχαν επιτύχει μαζί με τον Γάλλο Πρόεδρο, τη Συμφωνία του Μινσκ για εκεχειρία στην Ουκρανία. Λίγα χρόνια πριν, το 2012-2013 ο Πούτιν είχε αρνηθεί δάνειο στον τότε Πρόεδρο της Κύπρου Δημήτρη Χριστόφια επικαλούμενος τις σχέσεις με τη Γερμανία. Η Μέρκελ στην αυτοβιογραφία της δίνει σαφώς θετικό τόνο στις γερμανορωσικές σχέσεις την περίοδο διακυβέρνησής της και δεν απολογείται για την συνεργασία με τον Πούτιν σε διπλωματικό ενεργειακό και οικονομικό επίπεδο.
Η αποκάλυψη για την απάντηση Πούτιν στην πρόταση Τσίπρα είναι και η πλέον εμφατική κατάρριψη του μύθου που σχηματίσθηκε από ορισμένες πολιτικές δυνάμεις ότι υπήρχε κάποια εναλλακτική πρόταση δανεισμού για την Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση Τσίπρα την απέρριψε, προτιμώντας τον συμβιβασμό με τους δανειστές.
Η δεύτερη θεωρία προέρχεται από τη δεξιά και βασίζεται στην ιδέα ότι δήθεν ο ΑΤ θεωρούσε πως οι σχέσεις με τη Ρωσία δεν αποτελούσαν απλώς μέσο πίεσης προς τη Δύση για την εξασφάλιση καλύτερων όρων στη διαπραγμάτευση αλλά θα εξασφάλιζαν μια αξιόπιστη εναλλακτική πορεία εξόδου από το ευρώ.
Η θεωρία αυτή διαψεύδεται κατηγορηματικά από τον Ολάντ σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Αλέξη Παπαχελά στις 5 Ιουλίου 2025. Εκεί επιβεβαιώνει ότι ουδέποτε ο Πούτιν του είπε ότι η Ελλάδα ζήτησε τύπωση δραχμής όπως διαδόθηκε. Στην Ιθάκη ο ΑΤ παρουσιάζει το πλαίσιο πάνω στο οποίο λειτούργησε:
Πέραν της ιστορικής διάστασης των ελληνορωσικών σχέσεων, η ανάπτυξη ή η διατήρησή τους, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές, αποτελεί στοιχείο της σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της προώθησης των εθνικών συμφερόντων, τουλάχιστον από την εποχή της επίσκεψης του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη Μόσχα το 1979, εν μέσω μάλιστα Ψυχρού Πολέμου. Οι δε θεωρίες διάφορων κύκλων ότι οι επισκέψεις μου στη Ρωσία (9 Απριλίου 2015 στη Μόσχα, 18-20 Ιουνίου στο Οικονομικό Φόρου Αγίας Πετρούπολης) το πρώτο 6μηνο των διαπραγματεύσεων, ήταν μέρος κάποιου «Σχεδίου Β» για επιστροφή στη δραχμή, δεν είναι καν άξιες διάψευσης. Ήθελα βέβαια, σε μια στιγμή δύσκολων διαπραγματεύσεων με τους εταίρους, να δώσω το μήνυμα ότι δεν είμαστε δεδομένοι και προβλέψιμοι. Και δεν ήμασταν. Επέμενα στη συνεργασία με τη Ρωσία στον ενεργειακό τομέα και ειδικότερασε σχέση με την κατασκευή ελληνικού αγωγού που θα συνδεόταν με τον αγωγόTurkish Stream στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Αλλά ώς εκεί. Σε ερώτηση μάλιστα για το αν βρισκόμουν στη Ρωσία για να λύσω το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, κατά τη συνέντευξη Τύπου με τον Πρόεδρο Πούτιν, στις 9 Απριλίου, δήλωσα ρητά:
Η Ελλάδα δεν είναι επαίτης να γυρνάει στις χώρες ζητώντας την επίλυση του χρηματοδοτικού της προβλήματος, για μια οικονομική κρίση, η οποία δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, είναι ευρωπαϊκή. Δεν είναι ελληνικό το πρόβλημα, είναι ευρωπαϊκό. Στο ευρωπαϊκό πρόβλημα θα βρεθεί ευρωπαϊκή λύση. Και έχουμε συνευθύνη με τους εταίρους μας να δώσουμε λύση σ’ αυτό το πρόβλημα, αλλιώς δεν θα έχει μόνο η Ελλάδα ζημιά, θα έχει όλη η Ευρωζώνη. Η Ελλάδα είναι μια κυρίαρχη χώρα. Βρίσκεται, πράγματι, τα τελευταία χρόνια σε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση, σε μια κρίση.
Έχει απολέσει, εξαιτίας των προγραμμάτων που υλοποιήθηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια, όχι με ευθύνη του ελληνικού λαού, μεγάλο μέρος της οικονομικής της δύναμης. Δεν έχει απολέσει όμως τη γεωπολιτική της δυναμική. Είναι μια χώρα κυρίαρχη –επαναλαμβάνω–, που έχει κάθε δικαίωμα να αξιοποιεί αυτή τη δυναμική της και να προχωρά σε συμφωνίες αναπτυξιακού προσανατολισμού, που θα ωφελήσουν αμοιβαία όσους συμπράττουν σ’αυτές. Και κυρίως θα βοηθήσουν τον ελληνικό λαό και τη χώρα να ξεπεράσει την κρίση. Τέτοιου είδους συμφωνίες ήρθαμε να κάνουμε εδώ –και να συζητήσουμε– συμφωνίες, βεβαίως, με αναπτυξιακό προσανατολισμό, που συμβάλλουν στη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή. Μπορούμε να πούμε ότι πάνωσε αυτές τις συμφωνίες θα οικοδομήσουμε μια σχέση εμπιστοσύνης με τη Ρωσική Ομοσπονδία,ως κυρίαρχη χώρα και, βεβαίως, ως χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σεβόμενοι τη νομοθεσία και τις Συνθήκες που έχουμε υπογράψει. Αυτές οι Συνθήκες, όμως, δεν μπορεί να επιτρέπουν σε κάποιες χώρες να έχουν συμφωνίες ενεργειακού προσανατολισμού και σε κάποιες άλλες χώρες να μην έχουν συμφωνίες. Θέλω να το ξεκαθαρίσω αυτό.
Στις 9 Απριλίου 2015, στην ομιλία μου στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας, τόνισα: Για την Ελλάδα, η Ρωσία δεν αποτελεί «λύση» στις διαπραγματεύσεις που διεξάγει στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Το ζήτημα της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου προβλήματος κρίσης στην Ευρωζώνη που είναι ευρωπαϊκό και μόνο στο πλαίσιο αυτό –μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα είναι αναπτυξιακή και κοινωνική– μπορεί να λυθεί. Για την Ελλάδα, η Ρωσία αποτελεί συστατικό μέρος της ενεργητικής, πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής της, που στόχο έχει να αξιοποιήσει την ελληνική γεωπολιτική θέση προκειμένου η χώρα να αποκτήσει ξανά μια αναπτυξιακή προοπτική και να ενισχύσει τον διεθνή της ρόλο. Η Ελλάδα αντιμετώπιζε την πιο δύσκολη περίοδο της μεταπολιτευτικής της Ιστορίας, έχοντας χάσει 25% του ΑΕΠ της σε μεγάλο βαθμό και εξαιτίας των λανθασμένων και εκδικητικών χειρισμών των Ευρωπαίων εταίρων της. Είχε κάθε δικαίωμα, λοιπόν, να διερευνά τις δυνατότητες που της πρόσφεραν άλλες ισχυρές δυνάμεις για οικονομική και αναπτυξιακή συνεργασία, στον βαθμό που θα σεβόταν τις δεσμεύσεις της ως κράτους-μέλους της Ε.Ε. Αυτή την άποψη απηχούσε και η φράση μου κατά την ομιλία στην Αγία Πετρούπολη, στις 19 Ιουνίου 2015, ότι «Είμαστε ένας λαός της θάλασσας που ξέρει να βγαίνει από φουρτούνες και κυρίως δεν φοβάται να ανοιχτεί σε μεγάλα πελάγη, σε καινούργιες θάλασσες προκειμένου να φτάσει σε νέα και πιο ασφαλή λιμάνια».
Στο πλαίσιο αυτής της προοπτικής συνεργασίας στον τομέα των υποδομών και της ενέργειας, κατά το ταξίδι μου στην Αγία Πετρούπολη υπεγράφη και Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών για την κατασκευή αγωγού φυσικού αερίου στον Έβρο. Και αποτελούσε μέγιστη ειρωνεία ότι εκείνη την εποχή, ευρωπαϊκές δυνάμεις που ασκούσαν κριτική στην Ελλάδα ή στη Βουλγαρία –που παρεμπιπτόντως τελικά το υλοποίησε– σχετικά με τις διαπραγματεύσεις τους με τη Ρωσία για το έργο αυτό, δεν σχολίαζαν καθόλου τον αγωγό Nord Stream2 με τη Γερμανία που προχωρούσε κανονικά και με ταχείς ρυθμούς.
Στις 24 Φεβρουαρίου 2016, η Gazprom, η Edison και η ΔΕΠΑ υπέγραψαν Μνημόνιο Συναντίληψης με αντικείμενο την προμήθεια φυσικού αερίου από τη Ρωσία, μέσω της Μαύρης Θάλασσας και μέσω τρίτων χωρών, στην Ελλάδα και από την Ελλάδα στην Ιταλία. Στόχος αυτής της συνεργασίας ήταν να καταστεί εφικτή η υλοποίηση της νότιας διαδρομής, για τον εφοδιασμό ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Στο οικονομικό φόρουμ της
Αγίας Πετρούπολης το 2017 υπεγράφη μάλιστα και συμφωνία συνεργασίας για αυτό το έργο. Αλλά τελικά δεν προχώρησε, σε μεγάλο βαθμό από ολιγωρίες τηςιταλικής πλευράς.
Ως προς το Ουκρανικό, η Ελλάδα,ως μέλος της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, ουδέποτε απείχε από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας την περίοδο της διακυβέρνησής μας. Κατέθεσα, ωστόσο, με σαφήνεια την άποψή μου, στην επίσκεψή μου στη Μόσχα τον Απρίλιο του 2015, όπως το είχα κάνει επανειλημμένως και εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ότι οι κυρώσεις δεν θα ήταν αποτελεσματικές και θα έπρεπε να ενταθεί η διπλωματία για την τήρηση των Συμφω-
νιών του Μινσκ. Μεσκοπό την υποστήριξη της προοπτικής διπλωματικής λύσης, άλλωστε, επισκέφθηκα την Ουκρανία στις 8-9 Φεβρουαρίου 2017 και συναντήθηκα με τον τότε Ουκρανό Πρόεδρο Ποροσένκο, λίγες μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Πρόεδρο Τραμπ, ο οποίος είχε δηλώσει ότι θα κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση.
Με εφαλτήριο το Αφιερωματικό Έτος Ελλάδας- Ρωσίας 2016 και την επίσκεψη Πούτιν στην Ελλάδα στα τέλη Μαΐου του ίδιου χρόνου, η Κυβέρνησή μου προώθησε τις ελληνορωσικές σχέσεις στην οικονομία, τον πολιτισμό, την ενέργεια, τον τουρισμό και την Παιδεία.
Οι σχέσεις μας επιδεινώθηκαν μετά τις παρεμβάσεις στο εσωτερικό της χώρας μας, που αφορούσαν τη Συμφωνία των Πρεσπών και με οδήγησαν στην απέλαση Ρώσων διπλωματών για την υποστήριξη και χρηματοδότηση, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΥΠ, Οργανώσεων της Εκκλησίας στη Βόρεια Ελλάδα προκειμένου να συμβάλουν στη διοργάνωση συλλαλητηρίων ενάντια στη Συμφωνία. Ωστόσο, οι σχέσεις αποκαταστάθηκαν με δική μου πρωτοβουλία, όταν πια η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν δεδομένη και θεώρησα σκόπιμο να μην αποτελέσει αφορμή για τη διάρρηξη των ιστορικών δεσμών ανάμεσα στις δύο χώρες. Έτσι, ανταποκρίθηκα θετικά σε πρόσκληση του Ρώσου Προέδρου να τον επισκεφτώ.
Η επίσκεψή μου στη Μόσχα τον Δεκέμβριο του 2018, και η πέμπτη σε σειρά κατ’ιδίαν συνάντησή μου με τον Πρόεδρο Πούτιν, αποκατέστησε πλήρως τις ελληνορωσικές σχέσεις και συνέβαλε καθοριστικά τόσο στη ρωσική αναγνώριση της Βόρειας Μακεδονίας με τη νέα της ονομασία όσο και στην αποδοχή –από τη Μόσχα– της προώθησης του αγωγού EastMed από την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, με αμερικανική στήριξη.
Ο Αλέξης Τσίπρας την περίοδο 2015-2019 κράτησε τη συμφέρουσα για τη χώρα ισορροπία με τη Ρωσία στο πλαίσιο των πάγιων θέσεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δυστυχώς η σημερινή κυβέρνηση κινείται σε πολύ διαφορετική κατεύθυνση.
























