Νέα αντιπαράθεση ξέσπασε ανάμεσα σε ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία με αφορμή την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις αναφορές σε πρόσωπα που σχετίζονται με την έρευνα. Πηγές της Νέας Δημοκρατίας σημείωσαμ ότι ο Λ. Αντωνόπουλος –πρόσωπο με στενή σχέση με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη– διατηρούσε επαφές με την οικογένεια Ξυλούρη. Το ΠΑΣΟΚ απάντησε με έντονο ύφος, τονίζοντας ότι ο κ. Ξυλούρης είναι κουμπάρος του Κυριάκου Μητσοτάκη, με μακρά παρουσία στα κομματικά δίκτυα της Κρήτης και στενές σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη.
Ειδικότερα, το ΠΑΣΟΚ αφήνει αιχμές ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από τον κ. Ξυλούρη, παρά το γεγονός όπως υποστηρίζει ότι ο τελευταίος είχε συχνή επαφή με υπουργούς και κυβερνητικά στελέχη. Παράλληλα, θέτει ζήτημα ως προς τη διαδικασία της εξεταστικής επιτροπής, κάνοντας λόγο για «οργανωμένη απομάκρυνση» προσώπου που θα κατέθετε. Όπως σημειώνουν πηγές του ΠΑΣΟΚ «Δεν θέλουμε να τους τρομάξουμε, αλλά ο κ. Ξυλούρης είναι κουμπάρος του Κυριάκου Μητσοτάκη, ένας εκ των κομματαρχών του στην Κρήτη και συχνός συνδαιτυμόνας του στα κρητικά γλέντια. Τώρα προσποιούνται ότι δεν τον ξέρουν; Καμώνονται ότι δεν έχουν σχέση μαζί του, όταν ο κ. Ξυλούρης έλυνε και έδενε με τους υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης, το μισό Μέγαρο Μαξίμου, τον «Γρηγόρη», τον «Μεγάλο»; Τότε για ποιο λόγο οργάνωσαν την απόδραση του «Φραπέ» από την εξεταστική επιτροπή; Κωμωδία! Με τέτοια φαιδρά επιχειρήματα δεν μπορούν να αλλάξουν τις εντυπώσεις της κοινής γνώμης για το γαλάζιο σκάνδαλο διαφθοράς στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Το παιχνίδι του συμψηφισμού δεν κόβει εισιτήρια. Ο κ. Αντωνόπουλος επέστρεψε τις 15.000 ευρώ που εισέπραξε και ανεστάλη άμεσα η κομματική του ιδιότητα, ενώ ο κ. Ξυλούρης συνεχίζει να είναι μέλος της Νέας Δημοκρατίας.»
«Πυρά» ΝΔ για σχέσεις Αντωνόπουλου και Ανδρουλάκη
Νωρίτερα πηγές της ΝΔ είχαν σημειώσει ότι «Ερωτήματα προκαλεί η κατάθεση του Λάμπρου Αντωνόπουλου, καθώς οι ισχυρισμοί του παρουσιάζουν σημαντικές αντιφάσεις και ασυνέπειες. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε τον κ. Ξυλούρη, ούτε ότι το ΚΥΔ στο οποίο απευθύνθηκε «τυχαία» για τη δήλωση ΟΣΔΕ του 2020, ανήκε σε εκείνον. Ωστόσο, εμφανίζεται να έχει κάνει δηλώσεις και για το 2021 στο ίδιο ΚΥΔ, ενώ αρνείται ότι προχώρησε ο ίδιος σε οποιαδήποτε μεταβίβαση δικαιωμάτων, παρά το γεγονός ότι υπάρχει καταγεγραμμένη μεταβίβαση προς μέλος της οικογένειας Ξυλούρη. Παράλληλα, δηλώνει ότι δεν γνώριζε πως το ΑΦΜ του ήταν στα ελεγχόμενα για αχρεώστητες ενισχύσεις, παρότι η υπόθεση είχε ενεργοποιήσει διαδικασίες ελέγχου. Ακόμη πιο… παράδοξος είναι ο ισχυρισμός ότι «δεν του ζητήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα» αλλά τα επέστρεψε μόνος του «ως ηθική υποχρέωση». Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί πολιτικά από το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι προσωπικός φίλος του κ. Ανδρουλάκη και ότι η κομματική του θέση ήταν «τυπική». Ωστόσο, η ιδιότητά του ως κορυφαίου στελέχους στο ΠΑΣΟΚ Ηρακλείου και η δημόσια παρουσία του δείχνουν άλλη εικόνα. Την ίδια στιγμή, αν και αναφέρει ότι γνωρίζει τον κ. Λαμπράκη «μόνο ως γνωστό», δηλώνει άγνοια για το ότι έχει ΚΥΔ, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την ευρύτερη εικόνα των σχέσεων στην τοπική κομματική οργάνωση.
Ασάφεια υπάρχει και σχετικά με τη «δήλωση της Τήνου», για την οποία υποστηρίζει ότι «δεν έδωσε βάση» και ότι απλώς «βρισκόταν μέσα στα χαρτιά». Δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί πώς ένας φάκελος που αφορά ενισχύσεις, δικαιώματα και δηλώσεις, περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία ο δικαιούχος ούτε καν έχει αντιληφθεί. Τέλος, η επίκληση πολιτικής στοχοποίησης για «συμψηφισμό», την ώρα που οι ίδιες του οι απαντήσεις αφήνουν περισσότερα ερωτήματα από όσα λύνουν, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως πειστικό επιχείρημα. Οι αντιφάσεις, οι άγνωστες «τυχαίες» επιλογές, οι δηλώσεις που έγιναν αλλά «δεν έγιναν αντιληπτές», η επιστροφή χρημάτων χωρίς ενημέρωση και η προσπάθεια αποστασιοποίησης από πρόσωπα και δομές των οποίων υπήρξε μέρος, συνθέτουν μια εικόνα που δεν περιποιεί τιμή τόσο για τον ίδιο όσο και για το ΠΑΣΟΚ και τον Νίκο Ανδρουλάκη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι εξηγήσεις που δόθηκαν όχι μόνο δεν κλείνουν τα κενά, αλλά εντείνουν την αίσθηση ότι πολλά σημεία της υπόθεσης παραμένουν θολά και αντιφατικά».
Νωρίτερα




























