Η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που επιχειρούσε να ασκήσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές της διακυβέρνησης το 2015 επί της ουσίας είχε οδηγήσει σε ένα οικονομικό/γεωπολιτικό σκάκι, με «παίχτες» από το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως την Κίνα και τη Ρωσία.
Ειδικά ως προς τη Μόσχα, δεν ήταν μυστικό πως στο εσωτερικό της πρώτης κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα υπήρχαν πρόσωπα με έντονα αντιδυτικά αισθήματα, που έβλεπαν με καλό μάτι τη Ρωσία.
O τότε υπουργός Ενέργειας, Παναγιώτης Λαφαζάνης και η εσωκομματική μειοψηφία του «Αριστερού Ρεύματος» ήταν οι εκφραστές αυτής της τάσης. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει το πρώτο ταξίδι του, ως πρωθυπουργός, στη Μόσχα.
«Η επίσκεψη στη Μόσχα πραγματοποιήθηκε στις 8 Απριλίου και δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητη στα Ευρωπαϊκά κέντρα λήψης αποφάσεων. Αυτός εξάλλου ήταν και ο δικός μου σκοπός. Το ταξίδι μου εκείνο είχε ήδη προκαλέσει ανησυχία στους Ευρωπαίους αρκετές ημέρες νωρίτερα», παραδέχεται ανοιχτά.
Ωστόσο, εκεί φάνηκε πως οι Ρώσοι ήθελαν καλές σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να χαλάσουν τις εξαιρετικές σχέσεις που διατηρούσαν με τους γερμανούς – παρά την προσάρτηση της Κριμαίας, έναν χρόνο νωρίτερα. Άλλωστε, οι γερμανοί βιομήχανοι τροφοδοτούνταν από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.
Ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφει ότι δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο ταξίδι. «Στην αντιπροσωπεία συμμετείχαν ο Κοτζιάς, ο Ήσυχος, ο Λαφαζάνης και η Βαλαβάνη. Ασφαλώς δεν ήταν ένα συνηθισμένο ταξίδι. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου δημιουργήθηκε η αίσθηση πως τα μισά μέλη της αποστολής που με συνόδευαν νόμιζαν ότι πηγαίναν στην ΕΣΣΔ και όχι στη Ρωσία. Αυτό βεβαίως οφειλόταν στο βάρος που ασκούσε η κληρονομία της ΕΣΣΔ πάνω μας. Δεν ήταν κάτι που είχαμε ξεπεράσει. Ακόμα και σε μένα που ήμουν νεαρότερος και χωρίς πολλές μνήμες του ψυχρού πολέμου αυτό το ταξίδι προκαλούσε δέος και απλώς δεν ήθελα μέσα μου να το παραδεχθώ».
O «σύντροφος Μεντβέντεφ»
Οι δυσκολίες απέναντι στον Ρώσο Πρόεδρο Πούτιν όπως περιγράφονται στο βιβλίο του Αλέξη Τσίπρα, συμπληρώνονταν και από περιστατικά στα όρια της γραφικότητας, με γλαφυρή περιγραφή.
«Όταν ολοκληρώσαμε τις τοποθετήσεις μας με τον Μεντβέντεφ, πήραν τον λόγο οι δικοί μου Υπουργοί, ο Λαφαζάνης, η Βαλαβάνη, ο Ήσυχος, οι οποίοι, με απόλυτη φυσικότητα και κατ’ επανάληψη, τον προσφωνούσαν «σύντροφε Πρωθυπουργέ». Ο Μεντβέντεφ χαμογέλασε ευγενικά, αλλά στο πρόσωπό του φάνηκε για μια στιγμή εκείνο το μειδίαμα της ήπιας αμηχανίας – η σιωπηλή γλώσσα του διπλωμάτη που αναρωτιέται πού ακριβώς έχει μπλέξει.
Μου έριξε μια γρήγορη, όλο νόημα ματιά. Φανταζόμουν, σχεδόν τον άκουγα να μονολογεί μέσα του: «Μα είναι δυνατόν; Αυτοί δεν είναι απλώς παλιοί κομμουνιστές, είναι ταξιδιώτες στον χρόνο».
Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν εκείνη τη στιγμή του πέρασε από το μυαλό πως είχε βρεθεί σε σκηνή από το Goodbye Lenin – τη γερμανική ταινία όπου η μητέρα, κομμουνίστρια της Ανατολικής Γερμανίας, ξυπνάει από κώμα χωρίς να ξέρει πως το Τείχος έχει πέσει κι ο γιος της αναγκάζεται να της στήνει σκηνικά DDR για να μην πάθει σοκ», αφηγείται ο Αλ.Τσίπρας.
«Βρες τα με τη Μέρκελ»
Οι επαφές με τους ρώσους, συνεχίστηκαν και στην πορεία. Στις 6 Μαΐου, με τον κλοιό να στενεύει γύρω από την ελληνική οικονομία και τις πιέσεις των δανειστών να εντείνονται, ο Αλέξης Τσίπρας τηλεφώνησε στον Βλάντιμιρ Πούτιν, ζητώντας του η Ρωσία να προχωρήσει στην αγορά εντόκων γραμματίων του ελληνικού δημοσίου, ως μια συμβολική κίνηση στήριξης. Αποτέλεσμα δεν υπήρξε.
Το γιατί, το εξήγησε ο ίδιος ο Πούτιν στον Τσίπρα, στις 19 Ιουνίου, στη συνάντηση που είχαν μετά τις ομιλίες τους στο Φόρουμ της Πετρούπολης.
«Η απάντηση του ήταν όχι απλώς ειλικρινής, αλλά θα έλεγα ωμή. Θα προτιμούσε, μου είπε, εκείνα τα χρήματα που ζητήσαμε, να τα έδινε σε ένα ορφανοτροφείο, διότι αν τα έδινε στην Ελλάδα, θα ήταν σαν να τα πετούσε σε έναν σκουπιδοτενεκέ.
Γιατί η Ελλάδα ήταν μια χώρα χρεοκοπημένη και δεν θα σώζονταν με 300 εκατομμύρια ευρώ. Είχε ανάγκη από 300 δις και όχι από 300 εκατομμύρια. Η Ρωσία, συνέχισε, είναι μια πλούσια χώρα, αλλά όχι τόσο πλούσια ώστε να μπορεί να ξεπληρώσει το χρέος της Ελλάδας.
Εντέλει καταλήξαμε πως θα έπρεπε να φτάσω σε μια συμφωνία με τους εταίρους μας. «Να τα βρεις με τη Μέρκελ», μου είπε, απλά και καθαρά.
-«Αλλά η Ελλάδα, δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό, ανήκει σε μια άλλη σφαίρα επιρροής».
-«Εννοείς, το ΝΑΤΟ;», τον διέκοψα.
-«Ναι, ανήκει στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βρίσκεται στη Γερμανική σφαίρα επιρροής».
Ήταν ξεκάθαρος και αφοπλιστικά ειλικρινής (…)
Στο τέλος της συζήτησης, πιο χαλαρή, καταλήξαμε να κάνουμε αναδρομή στην ιστορία του Ψυχρού Πολέμου, που φαίνεται πως άρεσε και στους δυο μας.
-«Έτσι όπως μου τα λες», του είπα, «ισχύει ακόμα η Γιάλτα. Τότε ο Στάλιν, ο Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ μοίρασαν τις σφαίρες επιρροής».
-«Ναι, έχεις δίκιο. Έτσι είναι. Βεβαίως και ισχύει».
-«Το ξέρεις, φαντάζομαι, ότι κάποιοι λένε πως το σε ποια σφαίρα επιρροής θα είναι και η Ελλάδα και οι άλλες βαλκανικές χώρες, το συμφώνησαν ο Τσόρτσιλ με τον Στάλιν στη Μόσχα τον Οκτώβριο του 1944, γράφοντάς το μάλιστα πάνω σε μια χαρτοπετσέτα», προσέθεσα.
-«Όχι σε μια χαρτοπετσέτα. Σε ένα τσιγαρόχαρτο», με διόρθωσε χαμογελώντας.

























