Η φράση «το όλον ΠΑΣΟΚ» ανήκει στον Ευάγγελο Βενιζέλο, ο οποίος επιχείρησε κάποτε να περιγράψει κατ’ αυτόν τον τρόπο τα διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα και τις τάσεις, που συνυπήρξαν εντός του πάλαι ποτέ μεγάλου κόμματος της σοσιαλδημοκρατίας.
Σήμερα, ο αριστερός και προοδευτικός χώρος βιώνει μια έντονη συνθήκη ρευστοποίησης. Κανένα κόμμα δεν εμφανίζει προοπτική κυβερνησιμότητας και φυσικά, δεν αποτελεί εναλλακτική επιλογή, που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε πολιτική αλλαγή.
Αντιθέτως, τα φαινόμενα διάσπασης και κατακερματισμού μάλλον εντείνονται, αν παρατηρήσουμε τις εξελίξεις στα μεσαία και μικρότερα προοδευτικά κόμματα.
Τα υφιστάμενα σχήματα επιχειρούν, να αποφύγουν την περαιτέρω συρρίκνωση επιδιδόμενα σε ένα αδιέξοδο κομματικό πατριωτισμό.
«Μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί…», «ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι ο καταλύτης της ανασύνθεσης…», «Μόνο το ΚΚΕ έχει συνεπή στάση..», «η Νέα Αριστερά θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο…» και άλλα μη ρεαλιστικά «τσιτάτα» διαβάζει κανείς ανεξαιρέτως σε όλες τις ανακοινώσεις των κομμάτων για τα επιμέρους ζητήματα της πολιτικής καθημερινότητας.
Αυτό που δεν αντιλαμβάνονται οι κομματικές γραφειοκρατίες είναι, ότι στη νέα αυτή πρωτόγνωρη πολιτική συνθήκη η «μοίρα» όλων συνδέεται άρρηκτα, είτε το θέλουν είτε όχι.
Ακόμα χειρότερα η πολυδιάσπαση στο χώρο χρησιμοποιείται από την άλλη πλευρά (ΝΔ) ως το πολιτικό «σκιάχτρο» για να εξασφαλίσει την παραμονής της στην εξουσία.
Έτσι, η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιείται για να σπιλωθεί η κυβερνητική του θητεία, ο Αλέξης Τσίπρας και το εγχείρημα της συσπείρωσης ευρύτερων δυνάμεων την περίοδο 2010-2015.
Η «στασιμότητα» του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιείται για να πιέσει το ΠΑΣΟΚ σε δεξιά στροφή και να προκύψει η συγκυβέρνηση με την ΝΔ.
Η διαχρονική «συνέπεια» του ΚΚΕ προτάσσεται ως μια φυσική εξέλιξη, που παραμένει ακίνδυνη για το σύστημα, αφού δεν αποκτά χαρακτηριστικά κυβερνητικά με προοπτική πολιτικής ανατροπής.
Η επερχόμενη διάσπαση της ΝΕΑΡ χρησιμοποιείται ως απόδειξη-επιβεβαίωση της «αμοιβαδοποίησης» όλης της Αριστεράς.
Όλα μαζί τα υφιστάμενα σχήματα διαγκωνιζόμενα για τη σειρά κατάταξης από τη δεύτερη ως την τελευταία θέση, άθελα τους, συκοφαντούν και εκθέτουν την «όλη Αριστερά». Φαίνεται να παλεύουν μεταξύ τους για τις καρέκλες και τα οφίτσια ευρισκόμενα σε απόσταση από την κοινωνία. Η έλλειψη κοινωνικής αγκύρωσης και παρέμβασης στο πεδίο οδηγεί σε «αναβάθμιση» και όξυνση των μικροδιαφορών που αποκτούν ιδεολογικό περίβλημα.
Τι θα μπορούσε λοιπόν συνοπτικά να ανατρέψει την παραπάνω εξέλιξη και να αλλάξει την πορεία των πραγμάτων;
1.Η συνειδητοποίηση της κατάστασης και η ομολογία της αποτυχίας όλων των αριστερών και προοδευτικών κομμάτων.
2.Η συνεπακόλουθη αυτοδιάλυση των υφιστάμενων σχημάτων.
3.Η παραδοχή, ότι χρειάζεται μια διαφορετική, άλλη «όλη Αριστερά».
4.Η έναρξη προγραμματικού διαλόγου από μηδενική βάση χωρίς προαπαιτούμενα.
5.Η άμεση ανανέωση του πολιτικού προσωπικού με ανθρώπους από τα κινήματά και τους παραγωγικούς φορείς.
6.Η άμεση εμπλοκή στη συζήτηση των κοινωνικών, κινηματικών και παραγωγικών εκπροσωπήσεων με αποφασιστικό ρόλο.
7.Η κατάθεση ενός minimum προγράμματος που θα επικεντρώνεται σε 5 βασικά ζητήματα (ακρίβεια-στέγη-υγειά-δικαιοσύνη-αναδιανομή) στα πρότυπα του προγράμματος του Ζοχράν Μαμντάνι.
8.Η εξαγγελία για ένα πανδημοκρατικό προσκλητήριο με διπλό στόχο: Να φύγει η «Δεξιά» και να προκύψει προοδευτική κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας με συγκεκριμένους στόχους πάνω, (όχι σε 35), αλλά σε 5 ζητήματα χωρίς την βιασύνη του εκλογικού χρόνου.
9.Η εκλογή του (ή των) επικεφαλής νέου σχήματος με ανοιχτές δημοκρατικές διαδικασίες.
10.Η δημιουργία μετά από σύνθεση και υπέρβαση νέου πολιτικού φορέα της «όλης σύμπασας Αριστεράς» που θα περιλαμβάνει σε επίπεδο υφιστάμενης κομματικής γεωγραφίας από το ΠΑΣΟΚ και μέχρι και σχήματα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς (με όσους θέλουν και μπορούν).
Αν δεν κάνουμε κάτι καινοτόμο και ριζοσπαστικό η ΝΔ και ο κ. Μητσοτάκης θα κερδίσει και τις εκλογές του 2026 ή του 2027.
Όσοι μιλούν για μια μη ρεαλιστική πρόταση, ας αναλογιστούν ότι σε 18 μήνες έχουμε εθνικές εκλογές.
Χρειάζεται φυγή προς τα εμπρός και μια νέα αρχή για την «όλη Αριστερά».
(O Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος – Εργατολόγος)




























