Η νίκη του Ζοχράν Μαμντάνι και η εκλογή του, ως δήμαρχος της Νέας Υόρκης, πανηγυρίστηκε δεόντως από την εγχωρία, ευρύτερη «Αριστερά». Διθυραμβικοί τίτλοι, αναλύσεις, απόπειρες μεταφοράς του «παραδείγματος» στην εντελώς διαφορετική ελληνική πραγματικότητα, συνοψίζουν τα όσα γράφτηκαν σε άρθρα και κυρίως, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η αλήθεια είναι όμως, ότι η νίκη του Ζ.Μαμντάνι περισσότερο εξέθεσε την ελληνική Αριστερά και την ξεγύμνωσε πολιτικά. Αυτό που έλειψε περισσότερο (από τα αριστερά) ήταν μια διάθεση αυτοκριτικής αλλά και η παραδοχή ότι «δεν κατανοούμε τον δικό μας κόσμο» και ζούμε το φαντασιακό μας στην άλλη άκρη του Ατλαντικού.
Εν μέρει αυτό δικαιολογείται, καθώς αυτή η αμηχανία αφορά την παγκόσμια Αριστερά, που δυσκολεύεται να ερμηνεύσει έναν καινούργιο κόσμο, που είναι ήδη εδώ. Αυτό που δεν δικαιολογείται είναι η άρνηση (ή η τεμπελιά) η Αριστερά να διαβάσει, να μελετήσει, να επιχειρήσει έστω, να δώσει απαντήσεις για όσα συμβαίνουν γύρω μας.
Για παράδειγμα, στην Αμερική όλοι μιλάνε για το μυστικό της επιτυχίας του Ζ.Μαμντάνι. Οι περισσότεροι αναδεικνύουν την επιτυχία του νέου δημάρχου, να κινητοποιήσει 90.000 εθελοντές και να δημιουργήσει ένα (εκλογικό) κίνημα, που του έδωσε τη νίκη. Άλλοι θα σταθούν στην χαρισματική προσωπικότητα, άλλοι στο «μήνυμα», άλλοι στην συνέπεια, στην μεθοδικότητα και στην εργατικότητά του. Όλα αυτά προφανώς και ισχύουν αλλά, αν θέλουμε να εκφράσουμε αναλογίες και παραλληλισμούς με την ελληνική πραγματικότητα προβάλλει ξαφνικά ο «ελέφαντας στο δωμάτιο».
Πως κινητοποιείς τη «συμμετοχή» σε επίπεδο εθνικών εκλογών; Πως δημιουργείς τους δικούς σου «εθελοντές»; Πως «σπας» την αποχή σε μια χώρα ρημαγμένη ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά;
Μην ξεχνάμε, ότι ο Ζ.Μαμντάνι κέρδισε αυτοδιοικητικές εκλογές, που έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ειδικά στην πόλη της Νέας Υόρκης). Δεν εξελέγη Πρόεδρος των ΗΠΑ, ούτε καν γερουσιαστής.
Για να διεκδικήσεις περισσότερα πράγματα σε επίπεδο πολιτείας ή σε επίπεδο εθνικών εκλογών χρειάζεται απαραίτητα ένα όχημα, το κόμμα. Ούτε στις ΗΠΑ ούτε και σε άλλη χώρα του δυτικού κόσμου δεν προέκυψε ποτέ νίκη σε επίπεδο εθνικών εκλογών, χωρίς «κόμμα». Η μετέπειτα πορεία του Ζ.Μαμντάνι συναρτάται με τις επιλογές του Σάντερς, της Κορτέζ και της αριστερής πτέρυγας των Δημοκρατικών συνολικά.
Άρα καλά είναι τα πρόσωπα, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τους δημοκρατικούς θεσμούς, τους συλλογικούς διανοούμενους, τους ιμάντες μεταφοράς της λαϊκής κίνησης προς τα πάνω και αντίστροφα. Πολλοί θέλοντας να διαφοροποιηθούν από το παλιό πολιτικό σύστημα, ισχυρίζονται ότι πια δεν χρειάζεται κόμμα αλλά κίνημα. Παίζουν με τις λέξεις και ξεγελούν κυρίως τον εαυτό τους. Άλλο να μιλήσεις για ένα διαφορετικό κομματικό μοντέλο και άλλο να προτάσεις κάποιο κίνημα, που συνήθως έιναι μονοθεματικό και μοιραία αν θέλει να επιβιώσει θα πρέπει να εξελιχθεί σε κόμμα.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα…
Μπορεί για παράδειγμα, κάποιος «Μαμντάνι» να κερδίσει στην Ελλάδα τον κ. Μητσοτάκη και την Νέα Δημοκρατία μόνος του, παρέα με κάποιους «εθελοντές»;
Η απάντηση είναι πως όχι… Δεν μπορεί.
Μπορεί να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει, να ξεσηκώσει το συναίσθημα, μπορεί να κάνει αρκετή «φασαρία» αλλά, όχι, δεν μπορεί να κερδίσει κανείς στην Ελλάδα σε εθνικές εκλογές χωρίς κόμμα.
Και ίσως θα λέγαμε, ευτυχώς που δεν μπορεί.
Πέρα από το ιδεολογικό στίγμα λοιπόν, το όραμα, την στρατηγική, την επικοινωνία, τα πρόσωπα και τις ηγεσίες, για να κερδίσει κάποιος εκλογές χρειάζεται συλλογική σκέψη και απόφαση, αλληλεπίδραση-διάδραση με την κοινωνία, έλεγχο, λογοδοσία, διαφάνεια, δημοκρατία στην λήψη των αποφάσεων κλπ.
Και αυτά, μόνο ένα κόμμα τα εξασφαλίζει.
Ποιο όμως πάλι είναι το μοντέλο του κόμματος που μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες και να τους «σηκώσει από τον καναπέ»;
Τα υφιστάμενα προοδευτικά κόμματα-σχήματα σε Ελλάδα και Ευρώπη δεν ανταποκρίνονται πια στις νέες συνθήκες. Στην δεκαετία του 70 και του 80 η τοπική οργάνωση πέρα από χώρος πολιτικής ζύμωσης, ήταν και χώρος ενημέρωσης για τα γεγονότα. Ήταν και χώρος συνάντησης ανθρώπων και χώρος αλληλεγγύης. Τώρα που το διαδίκτυο έχει εισβάλει στη ζωή όλων, τα μέλη των κομμάτων είναι πολλές φορές πιο ενημερωμένα από την όποια «καθοδήγηση». Επικοινωνούν και συντονίζονται χωρίς να έχουν βρεθεί δια ζώσης. Οι παραδοσιακές πυραμιδικές μορφές και στα αριστερά και στα δεξιά κόμματα περισσότερο αποδείχθηκε, ότι μετεξελίσσονται σε κλειστά κλαμπ εσωκομματικής νομής της εξουσίας και σε γραφειοκρατικά σκαλοπάτια πολιτικής ανέλιξης, όχι πάντα με ευγενή κίνητρα, και λιγότερο χώροι που τα μέλη έχουν ρόλο και λόγο (αποφασιστικό) για τις εξελίξεις.
Οι δήθεν «αμεσοδημοκρατικές – αδιαμεσολάβητες» προσεγγίσεις, που πρόσφατα επιχειρήθηκαν και στη χώρα μας έδειξαν, ότι αποτελούν πρόσχημα για μια ακόμα πιο «αρχηγοκεντρική» εξέλιξη. Τα think tanks, οι επιτροπές σοφών, η «τεχνοπολιτική» αποδείχθηκε, ότι μπορούν να δώσουν ιδέες, αλλά συχνά υποκύπτουν στην πολιτική ή κομματική σκοπιμότητα, που μπορεί να έχει ευκαιριακά χαρακτηριστικά. Είναι εργαλεία όχι πολιτικά υποκείμενα. Επίσης η ρευστοποίηση των ιδεολογιών και η απομόνωση των πολιτών λόγω των οικονομικών συνθηκών δεν βοηθάει, ενώ και η νεολαία αποστρέφεται τη συμμετοχή όχι μόνο στα κόμματα, αλλά και σε κάθε συλλογική έκφραση. Υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις, αλλά συνήθως έχουν σύντομο χρονικό ορίζοντα επιβίωσης αν δεν μετεξελιχθούν σύντομα σε οργανωμένες δομές. Είτε κίνημα το ονομάσει κανείς είτε πρωτοβουλία αν δεν καταλήξει σε κόμμα έχει ελάχιστες ελπίδες επιβίωσης.
Το παράδειγμα «Μαμντάνι» λοιπόν είναι μια καλή ευκαιρία, για να ανοίξει επιτέλους η συζήτηση, όχι για το τι συμβαίνει στην άλλη άκρη του ατλαντικού, αλλά για τα «δικά» μας. Χρειαζόμαστε την ιδεολογία, τις αρχές και τις αξίες μας, τη στρατηγική και την επικοινωνία, τους στρατιώτες και τους στρατηγούς, αλλά αν δεν μπούμε στο …«αυτοκίνητο-όχημα» τότε θα πηγαίνουμε με τα πόδια και ίσως δεν φτάσουμε και ποτέ.
Προτάσεις και σκέψεις έχουν διατυπωθεί στην πολιτική θεωρία (ομόκεντροι κύκλοι με δικαιώματα και υποχρεώσεις-ψηφιακά-υβριδικά κόμματα κλπ.) αλλά η συζήτηση δεν έχει προχωρήσει επαρκώς. Και είναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει, αν θέλουμε να μην μείνουμε απλά στη θεωρία και στις ονειρώξεις της ανατροπής. Καλά είναι τα ακηδεμόνευτα κινήματα αλλά ο ορίζοντας πρέπει να είναι ορατός.
«Μα εσείς συζητάτε θεωρητικά και έτσι θα μας κυβερνάει ο Μητσοτάκης» θα πουν οι βιαστικοί «υπερεπαναστάτες».
Μα αν δεν απαντήσουμε στα προφανή, είναι βέβαιο ότι θα κυβερνάει ο Μητσοτάκης, λέμε εμείς. Το απέδειξε η Ιστορία άλλωστε αυτό ως προς τα όρια του «παλιού» κόμματος με την εμπειρία ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ κλπ. Έχουμε δικαίωμα, να μην έχουμε απαντήσεις. Δεν έχουμε δικαίωμα όμως, να μην ψάχνουμε για αυτές.
(O Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος – Εργατολόγος)




























