Προβληματισμό για τα όρια των δημοσκοπικών προβλέψεων προκαλούν τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα σε Βραζιλία και Σερβία, όπου η πραγματική ψήφος διαφοροποιήθηκε αισθητά από την εικόνα που είχαν διαμορφώσει αρκετές προεκλογικές μετρήσεις.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η περίπτωση της Σερβίας. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές της 25ης Οκτωβρίου, δημοσκόπηση της Ipsos εμφάνιζε τον συνασπισμό του Αλεξάνταρ Βούτσιτς στο 47,4% και τη Φοιτητική Λίστα στο 40%. Όταν άνοιξαν οι κάλπες, όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική: το κίνημα της αντιπολίτευσης ξεπέρασε το 52%, ενώ ο συνασπισμός Βούτσιτς περιορίστηκε περίπου στο 39%.
Στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας, ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα επικράτησε με 51,79% έναντι 48,21% του Φλάβιο Μπολσονάρου, παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα των τελευταίων δημοσκοπήσεων εμφάνιζε τον αντίπαλό του να προηγείται. Μάλιστα, σύμφωνα με ανάλυση 51 μετρήσεων που δημοσιεύθηκαν μεταξύ των δύο γύρων, καμία δεν αποτύπωσε το τελικό ποσοστό του Λούλα.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι στον πρώτο γύρο οι δημοσκοπήσεις είχαν υποτιμήσει την εκλογική δύναμη του Μπολσονάρου, ενώ στον δεύτερο υποτίμησαν εκείνη του Λούλα. Δηλαδή, μέσα στην ίδια εκλογική αναμέτρηση, το σφάλμα άλλαξε κατεύθυνση.
Στην Αθήνα, όπου σχεδόν κάθε εβδομάδα μια νέα δημοσκόπηση τροφοδοτεί την αντιπαράθεση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, οι διεθνείς αυτές εξελίξεις υπενθυμίζουν ότι τα ποσοστά των μετρήσεων δεν αποτελούν εγγύηση για το αποτέλεσμα της κάλπης.
Άλλωστε, και στις ελληνικές εκλογές του Μαΐου 2023 η διαφορά Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είχαν καταγράψει αρκετές προεκλογικές δημοσκοπήσεις.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι δημοσκοπικές αστοχίες δεν έχουν πάντα την ίδια κατεύθυνση. Άλλοτε υποτιμάται η κυβερνητική παράταξη και άλλοτε η αντιπολίτευση. Καθοριστικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν η συμμετοχή, η κινητοποίηση κοινωνικών ομάδων, οι αναποφάσιστοι και οι μετακινήσεις των τελευταίων ημερών.
Το μήνυμα, συνεπώς, δεν είναι ότι (και)οι ελληνικές δημοσκοπήσεις θα διαψευστούν, αλλά ότι η πολιτική τους ανάγνωση απαιτεί προσοχή.
Α.



























