Με ένα του ποίημα από το βιβλίο του «Εγώ δεν είμαι ποιητής» (ΘΕΜΕΛΙΟ, 2017) ξεκινά το νέο του βιβλίο «Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας- Αλήθειες και μύθοι» (πάλι εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ) ο Αντώνης Ρουπακιώτης:
ΤΥΦΛΗ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ
Λένε πως είσαι τάχα μου τυφλή.
Αλλά δεν είσαι.
Εγώ το ξέρω.
Λένε ακόμα πως κρατάς σπαθί και άλλα τέτοια.
Μύθοι είναι αυτοί που συντηρούν όποιοι έχουν λόγους.
(Ή μη βολεύεσαι κι εσύ με αυτούς;)
Γι΄ αυτό ένα από σένα περιμένω.
Να με κοιτάς, όταν μιλάς, στα μάτια.
Αν το μπορείς.
Αυτό και μόνο μου αρκεί.
Το νέο βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη, πρώην υπουργού Δικαιοσύνης και πρώην υπηρεσιακού υπουργού Εργασίας και Εσωτερικών, πρώην προέδρου του ΔΣΑ και κυρίως αγωνιστή της δικαιοσύνης και της κοινωνικής συνοχής, είναι πολύτιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει βαθύτερα την κατάσταση στη σημερινή δικαιοσύνη.
Μέρες που είναι, που τη χώρα ταλανίζουν μείζονα σκάνδαλα όπως αυτό των υποκλοπών, του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και η τραγωδία των Τεμπών, με μέρος της ηγεσίας της δικαιοσύνης να συμμετέχει στη συγκάλυψη, όπως άλλωστε πιστεύει η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, τα «Παιχνίδια εξουσίας» επιλέγουν για προδημοσίευση από το βιβλίο το κεφάλαιο με τίτλο «Η διαφθορά στη δικαιοσύνη».
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
«ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ του δικαστικού συστήματος δεν πρέπει να αγνοείται κατ’ αρχάς, ότι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους νόμος προέβλεπε την τιμωρία «κρατικών αξιωματούχων, δικαστικών και υπουργών με αυστηρές ποινές, σε περιπτώσεις διαφθοράς. Ομοίως, στην Ελληνική Νομαρχία ο συγγραφέας διερωτάται: «Δεν πωλείται ίσως η δικαιοσύνη διά του χρυσού; Δεν αγοράζονται ίσως οι κριταί διά του χρυσού; Δεν σκεπάζει ίσως ο πλούσιος τας ανομίας του διά του χρυσού;»
Ωστόσο, είτε για τη συντήρηση του συστήματος, είτε για την αποφυγή ελέγχου άρα και αναζήτηση ευθυνών, επιχειρείται να διατηρηθεί στην κοινή γνώμη η αντίληψη, ότι η δικαστική εξουσία είναι εξ ορισμού απρόσβλητη από τη διαφθορά.
Στην υπεράσπιση της ψευδοαντίληψης αυτής έχουν διαχρονική συμμετοχή τα θεσμικά όργανα επιθεώρησης των δικαστών και πειθαρχικού ελέγχου, τα οποία αξιολογούν ή κρίνουν, με ανεπίτρεπτη επιείκεια ή με τη βούληση κάλυψης, συμπεριφορές όσων από αυτούς συμμετέχουν σε ενδοδικαστικές ή εξωδικαστικές παράνομες συναλλαγές. Η τακτική αυτή των αρμοδίων θεσμικών οργάνων εδραιώνεται στο πρόσχημα, ότι έτσι περιφρουρείται το κύρος της δικαστικής εξουσίας και δεν εκτίθενται οι λειτουργοί της πέραν των ορίων του συστήματος. Έτσι όμως διατηρείται η διαχρονικότητα της διαφθοράς, πέραν των άλλων αιτίων, και από τη συντεχνιακή νοοτροπία, που διαχέεται σε όλες τις βαθμίδες οργάνωσης και σε όλες τις δικαιοδοσίες του δικαστικού συστήματος.
Στη συνευθύνη κάλυψης περιπτώσεων διαφθοράς δεν μπορούν να παραλειφθούν και δικαστικές ενώσεις, ακόμη και συλλογικοί σχηματισμοί διεύθυνσης δικαστηρίων, κατά το μέτρο που τους ανήκει σχετική ευθύνη, θέτοντας σε κίνδυνο θεμελιώδη δικαιώματα του κάθε πολίτη χωριστά.
Στο κλίμα αυτό καλλιεργείται ακριβώς σε μεγάλο βαθμό και η τακτική δικαστών να αποφεύγουν –για λόγους δικής τους ασφάλειας ή ακατανόητης «συναδελφικότητας»– να αναφέρουν συναδέλφους τους, οι οποίοι είναι σε γνώση τους ότι συμμετέχουν σε πράξεις διαφθοράς.
Τελικά, μόνον όταν αποκαλύπτονται και προβάλλονται μέσω ΜΜΕ παράνομες συμπεριφορές δικαστών, δημοσιοποιείται και η ενεργοποίηση των αρμοδίων θεσμικών οργάνων του σώματος, πλην όμως και πάλι αυτά δοκιμάζονται, κατά πόσον αποκαλύπτεται ολόκληρη η αλήθεια και εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες πειθαρχικές διατάξεις, ή εάν συγκαλύπτονται υποθέσεις διαφθοράς που ελέγχθηκαν, ή μειώνεται το ειδικό βάρος ευθύνης των υπαιτίων με την επιβολή των ελαφρύτερων πειθαρχικών ποινών.
Πέραν αυτών, το φαινόμενο της διαφθοράς στη δικαστική εξουσία πρέπει να αξιολογηθεί και ως «διαθεσμικό», εφόσον αυτή οριοθετείται μεν από ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο, αλλά δεν είναι αποκομμένη σαν νησίδα από τις άλλες συντεταγμένες εξουσίες, νομοθετική και εκτελεστική, έτσι δε, πέρα από την αλληλεπίδραση, σε διαφορετικό βέβαια βαθμό, μεταξύ τους, η δικαστική εξουσία συνυπάρχει με αυτές και παράγει δικαιϊκή βούληση στο ίδιο ανταγωνιστικό κοινωνικό οικονομικό σύστημα και στο ίδιο πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον, εντός των οποίων αναπτύσσεται η διαφθορά.
Με δεδομένα αυτά, όταν δεν αμφισβητείται, ότι δομές τού κράτους έχουν διηθηθεί από τη διαφθορά, κατά φύση και έκταση που παραλλάσσουν, βέβαια, ανάλογα –κυρίως– με τις οικονομικές συνθήκες και τις αναδιαμορφώσεις τους στο πεδίο του αναπτυσσόμενου μεταξύ αντιτιθέμενων συμφερόντων ανταγωνισμού, αναπότρεπτα επηρεάζεται και το δικαστικό σύστημα, σαν κουβάρι υδρόφιλο, διευρύνοντας έτσι το περιβάλλον διαφθοράς και στον δικαστικό χώρο.
Για την ανάπτυξη και συντήρηση της διαφθοράς στο δικαστικό σύστημα, εκτός από την πολιτική εξουσία, ασκεί δυναμική επιρροή και η οικονομική, ανεξέλεγκτη μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό στην εποχή μας εξωθεσμική εξουσία· επιρροή την οποία υλοποιεί είτε μέσω του κρατικού μηχανισμού, είτε με απευθείας διασύνδεση με μέλη του δικαστικού σώματος.
Το δικαστικό σύστημα, όχι μόνον αφήνει περιθώριο για την κατά περίπτωση διείσδυση παραγόντων των εξουσιών αυτών στο πεδίο λειτουργικής οργάνωσής του, αλλά δημιουργούνται και μόνιμα ερείσματα σ’ αυτό, υπάρχουν δε δικαστές που συμμετέχουν σε έκνομες συναλλαγές, με συνέπεια να συντηρείται η διαφθορά ως ενδημικό φαινόμενο και στο δικαστικό σύστημα. Έτσι διαμορφώνονται πολυεπίπεδες, πολύμορφες όσο και διαχρονικές σχέσεις μεταξύ δικαστών και των εξουσιαστικών αυτών κέντρων –κατά περίπτωση και με την Εκκλησία16– με αμφίδρομη αναζήτηση και διατήρηση ερεισμάτων μεταξύ τους.
Η διατήρηση των σχέσεων αυτών δεν παρουσιάζεται πάντα με τη μορφή της οικονομικής συναλλαγής, αλλά και με διάφορες άλλες μορφές, όπως αυτήν της συναλλαγής δικαστών με διάφορα κέντρα, με σκοπό την ταχύτερη και ευνοϊκότερη γι’ αυτούς εξέλιξη, είτε με την προσδοκία για κάλυψη άλλης θεσμικής θέσης μετά τη συνταξιοδότησή τους, είτε για προώθηση μελών της οικογένειάς τους.
Ωστόσο, η πλέον απαξιωτική μορφή συναλλαγής και διαφθοράς δικαστών, αθέατη ή δύσκολα θεατή, κατά τον χειρισμό υποθέσεων είναι κατά κανόνα ο χρηματισμός τους· διαδικασία που διεκπεραιώνεται με όρους υποκόσμου και αναπτύσσεται ακόμη και με βεβαρημένα ποινικώς άτομα, είτε με άλλους διαμεσολαβητές.
Το αποτέλεσμα των συναλλαγών αυτών δεν παρουσιάζεται απαραίτητα με την έκδοση προδήλως εσφαλμένων δικαστικών αποφάσεων, βουλευμάτων ή διατάξεων, αλλά και με άλλες μεθοδεύσεις, όπως σκόπιμη καθυστέρηση έρευνας ή εκδίκασης υποθέσεων, με επιδίωξη την παραγραφή τους ή την απώλεια αποδεικτικών στοιχείων κ.ά. Παρόμοιες μεθοδεύσεις επιχειρούνται, εξάλλου, και σε αστικές υποθέσεις μεγάλου ενδιαφέροντος.
Κατά τον αντιπρόεδρο ΑΠ Γεώργιο Βελλή, «η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη οφείλεται και σε εκείνους τους δικαστές που συναναστρέφονται με τους παράγο- ντες της πολιτικής εξουσίας και έχουν σχέση με γνωστούς βαρόνους της οικονομικής παραεξουσίας και του υφέρποντος παρακράτους».
Όσο για τις «ειδικής κατηγορίας» υποθέσεις των λεγόμενων οικονομικών κυρίως –αλλά όχι μόνο– σκανδάλων, οι ευθύνες της δικαστικής εξουσίας είναι αναμφισβήτητα μεγάλες, γι’ αυτό, αν θέλει το σύστημα να αποκτήσει μέρος έστω του κύρους του, οφείλει να αντιληφθεί τις ευθύνες του, να ενισχυθεί η αποφασιστικότητα των δικαστών και να αξιοποιηθούν κατ’ ουσίαν και χωρίς διακρίσεις οι θεσμικές δυνατότητες –που εν πολλοίς μένουν σε αδράνεια– επιθεώρησης και πειθαρχικού ελέγχου όσων από αυτούς παρανομούν.
Θα πρόσθετα, ότι το φαινόμενο αυτό στην πολυμορφία του θα έπρεπε να αποτελεί πεδίο υπεύθυνης έρευνας και από δικαστικές ενώσεις, από εταιρείες δικαστικών μελετών, από τις νομικές σχολές και τους δικηγορικούς συλλόγους, αλλά και εκπροσώπους αναγνωρισμένων κέντρων μελετών, έτσι ώστε, πέρα από την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων από την κινητικότητα αυτή, να ενισχυθεί και η αποφασιστικότητα των αρμοδίων δικαστικών οργάνων για τον έλεγχο όσων δικαστών συμμετέχουν σε πράξεις διάφορες».





























