«Καμία ηγεμονική δύναμη στην Ιστορία δεν παραχώρησε αμαχητί χώρο στους επίδοξους ανταγωνιστές της και η Αμερική- είτε με τον Μπάιντεν, είτε με τον Τραμπ- δεν εννοούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Τα αποτελέσματα είναι αυτά που βιώνουμε και πολύ φοβάμαι ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή».
Τα παραπάνω τονίζει ο εκ των κορυφαίων δημοσιογράφων Πέτρος Παπακωνσταντίνου μιλώντας στο Dnews για το νέο του βιβλίο «Πολεμικός Καπιταλισμός-Η Δεύτερη Εποχή των Αυτοκρατοριών» που κυκλοφορεί στις προθήκες των βιβλιοπωλείων από τις εκδόσεις «ΤΟΠΟΣ».
«Πιστεύω ότι ο πλανήτης βρίσκεται στην πιο επικίνδυνη στιγμή από την κρίση των πυραύλων στην Κούβα, το 1962 και ότι μόνο η αφύπνιση των λαών και όσων κυβερνήσεων διατηρούν αυτό το σπάνιο πράγμα που λέγεται κοινή λογική μπορεί να απενεργοποιήσει την ορατή απειλή», επισημαίνει ο συγγραφέας.
Το τελευταίο σου βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε, τιτλοφορείται «Πολεμικός Καπιταλισμός, η Δεύτερη Εποχή των Αυτοκρατοριών». Τι υπονοεί ο παραλληλισμός;
Ο τίτλος παραπέμπει στο έργο του διάσημου Βρετανού ιστορικού Έρικ Χομπσμπάουμ «Η Εποχή των Αυτοκρατοριών, 1875-1914». Ήταν η εποχή του κλασικού ιμπεριαλισμού, όπου οι τότε μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία) είχαν μοιράσει το 85% της γήινης επιφάνειας, ελπίζοντας ότι αυτό θα τις βοηθούσε να πετύχουν δύο κεφαλαιώδους σημασίας στόχους: να εκτονώσουν τη μακρόχρονη ύφεση που μάστιζε τις οικονομίες τους και να αποφύγουν μια μεγάλη σύγκρουση μεταξύ τους. Το τρομερό σφαγείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έδειξε ότι επρόκειτο για όνειρα θερινής νυκτός.
Ασφαλώς η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο ως φάρσα. Καμία από μεγάλες δυνάμεις της εποχής μας (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία) δεν φλέγεται να αποκτήσει εδάφη, ούτε σχεδιάζει να δημιουργήσει αποικίες. Ωστόσο τα τεκτονικά ρήγματα στον σύγχρονο κόσμο γεννούν πολεμικές συγκρούσεις αυξανόμενης διάρκειας και σφοδρότητας, με κορυφαία παραδείγματα τη γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα, τη σύγκρουση Ρωσίας- ΝΑΤΟ με θύμα την Ουκρανία και τον εν εξελίξει πόλεμο στο Ιράν. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ένας πόλεμος μεταξύ μεγάλων δυνάμεων προβάλλει ως εφιαλτικό ενδεχόμενο. Το χειρότερο είναι ότι, σε αντίθεση με τα μεγάλα αντιπολεμικά κινήματα σε όλη την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι λαοί της Ευρώπης μοιάζουν σήμερα να υπνοβατούν, αποδεχόμενοι την έξαρση του μιλιταρισμού ως ένα είδος κανονικότητας. Αυτό ήταν και το βασικό κίνητρό μου για τη συγγραφή του βιβλίου.
Οι τρεις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις σήμερα κυβερνώνται από αυταρχικούς ηγέτες, με έντονα εθνικιστικό λόγο, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν και ο Σι Τζινπίνγκ. Είναι άσχετη αυτή η δυσοίωνη σύμπτωση με την επέκταση και κλιμάκωση των πολεμικών αναμετρήσεων;
Όχι, δεν είναι άσχετη, αλλά κατά την γνώμη μου πρόκειται για το σύμπτωμα, όχι για την αιτία. Κάθε εποχή βρίσκει τους ηγέτες που την εκφράζουν, είτε οι ίδιοι το συνειδητοποιούν είτε όχι. Μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, την περίοδο 1989-91, η ανθρωπότητα έζησε τη βραχύβια εποχή της μίας αγοράς, της μίας υπερδύναμης και της μιας σκέψης. Ήταν η εποχή όπου πρώτα ο Γέλτσιν και ύστερα ο Πούτιν σκέφτονταν σοβαρά να ενταχθεί η Ρωσία στο ΝΑΤΟ και όπου ο Κλίντον έβαζε την Κίνα στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου πιστεύοντας ότι θα γίνει πρώτα καπιταλιστική και ύστερα δημοκρατική.
Ωστόσο ο θρίαμβος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είχε ανεπιθύμητες συνέπειες για τους αρχιτέκτονες και τους ταγούς της. Η Αμερική απέκτησε για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έναν σχεδόν ισότιμο στο οικονομικό πεδίο ανταγωνιστή, την Κίνα, ενώ η Ρωσία, έχοντας αναστυλωθεί από το ιστορικό ναδίρ της εποχής Γέλτσιν, χάραξε τις δικές της κόκκινες γραμμές στην προς Ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ. Καμία ηγεμονική δύναμη στην Ιστορία δεν παραχώρησε αμαχητί χώρο στους επίδοξους ανταγωνιστές της και η Αμερική- είτε με τον Μπάιντεν, είτε με τον Τραμπ- δεν εννοούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Τα αποτελέσματα είναι αυτά που βιώνουμε και πολύ φοβάμαι ότι βρισκόμαστε μόνο στην αρχή.
Στο βιβλίο σας επικρίνετε σκληρά τον Ντόναλντ Τραμπ καταλογίζοντάς του ότι συμπεριφέρεται σαν σερίφης της οικουμένης, καταπατώντας το Διεθνές Δίκαιο. Μήπως, όμως, ο Αμερικανός πρόεδρος απλώς μας λέει με ωμό τρόπο αυτό που ούτως ή άλλως συνέβαινε και πριν, απαλλάσσοντας την ανθρωπότητα από την υποκρισία προηγούμενων ηγετών;
Είναι αλήθεια ότι οι προκάτοχοι του Τραμπ, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, χρησιμοποιούσαν τον φιλελευθερισμό, τη δημοκρατία και τον ανθρωπισμό ως το βελούδινο γάντι που έκρυβε τη σιδερένια γροθιά της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος και του οικονομικού εξαναγκασμού. Από τους «ανθρωπιστικούς πολέμους» στην πρώην Γιουγκοσλαβία μέχρι την «εξαγωγή της δημοκρατίας» στη Μέση Ανατολή και το φονικό εμπάργκο στην Κούβα τα παραδείγματα αφθονούν.
Ωστόσο ο Τραμπ συνιστά όντως μια ρήξη κατά το γεγονός ότι πασχίζει να απαλλάξει την Αμερική από κάθε νομικό, ηθικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό φραγμό στην προσπάθειά του να αναστυλώσει την επαπειλούμενη ηγεμονία της. Δεν είναι νοητό για τον 47ο πρόεδρο των ΗΠΑ οι πολυάριθμοι και αμελητέοι Λιλιπούτειοι να δεσμεύουν τον Αμερικανό Γκιούλιβερ με αποφάσεις του ΟΗΕ, συνθήκες για τα πυρηνικά, Δίκαιο της Θάλασσας ή συμφωνίες για την κλιματική αλλαγή.
Η εξέλιξη αυτή είναι προφανώς αρνητική για μικρές ή μεσαίες χώρες όπως η Ελλάδα, που πάντα υπολόγιζαν στο Διεθνές Δίκαιο ως ανεπαρκή μεν, αλλά ουσιώδους σημασίας στήριγμα απέναντι στις απειλές ισχυρών περιφερειακών παικτών. Από αυτή την άποψη, προκαλεί αλγεινή εντύπωση η στάση της ελληνικής κυβέρνησης- για να είμαστε δίκαιοι, και σχεδόν όλων των λοιπών Ευρωπαίων- απέναντι στην γκαγκστερική απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, με τον φόβο ότι οποιαδήποτε κριτική τοποθέτηση θα μπορούσε να εξαγριώσει τον «μπαμπάκα» (κατά τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε) Τραμπ.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει μπει στον πέμπτο χρόνο της χωρίς να φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν φόβοι για ανεξέλεγκτη κλιμάκωση του πολέμου στο Ιράν, με χερσαίες επιχειρήσεις των ΗΠΑ. Κάποιοι μιλούν ακόμη και για απειλή τρίτου παγκοσμίου πολέμου. Πρόκειται για ευφάνταστη κινδυνολογία ή για πραγματικό ενδεχόμενο;
Ζούμε ακόμη στην εποχή της «Αμοιβαία Εγγυημένης Καταστροφής» (Mutually Assured Destruction- MAD), όπου ΗΠΑ και Ρωσία γνωρίζουν πως σε περίπτωση γενικευμένου πυρηνικού πολέμου ο αντίπαλος μπορεί να τις καταστρέψει ως λειτουργικές κοινωνίες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως και στον Ψυχρό Πόλεμο, έτσι και σήμερα ο παράγονας αυτός ασφαλώς περιορίζει τις πιθανότητες ενός ολοκληρωτικού πολέμου μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, αλλά δεν τον μηδενίζει. Ακόμη περισσότερο που από τον περασμένο Φεβρουάριο, με την άρνηση της κυβέρνησης Τραμπ να ανανεώσει τη συνθήκη New START για τον έλεγχο των στρατηγικών όπλων, η ανθρωπότητα, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’60, δεν διαθέτει ούτε μία συμφωνία ελέγχου και περιορισμού των πυρηνικών.
Στην Ουκρανία αυτή τη στιγμή η Ρωσία δείχνει να έχει το πάνω χέρι, αλλά αν στριμωχτεί στη γωνία, ο Πούτιν έχει διαμηνύσει ότι δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μικρά πυρηνικά όπλα πεδίου μάχης. Στο Ιράν, ο Τραμπ κατάφερε να βάλει την Αμερική σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, καθώς την ενέπλεξε σε έναν εντελώς αχρείαστο και απρόκλητο πόλεμο, πιστεύοντας ότι θα τον κέρδιζε γρήγορα και με ελάχιστο κόστος, για να φτάσουμε στο σημείο να διακυβεύεται το διεθνές γόητρο και το γεωπολιτικό στάτους της ίδιας της Αμερικής. Πιστεύω ότι ο πλανήτης βρίσκεται στην πιο επικίνδυνη στιγμή από την κρίση των πυραύλων στην Κούβα, το 1962 και ότι μόνο η αφύπνιση των λαών και όσων κυβερνήσεων διατηρούν αυτό το σπάνιο πράγμα που λέγεται κοινή λογική μπορεί να απενεργοποιήσει την ορατή απειλή.





























