Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για όσους θέλουν να μάθουν για τις εξελίξεις στη σύγχρονη κοινωνία -και για όσους βεβαίως θέλουν να εμβαθύνουν τις γνώσεις τους- κυκλοφορεί τη Δευτέρα 9 Μαρτίου.
Πρόκειται για το βιβλίο «Η Τεχνητή «Νοημοσύνη» ενώπιον του εαυτού της. Επανεξέταση της σχέσης ανθρώπου-φύσης-τεχνολογίας» του Γιάννη Περπερίδη (εκδ. Τόπος, 2026)
Τα «Παιχνίδια Εξουσίας» αναδημοσιεύουν ένα απόσπασμα από τον επίλογο του βιβλίου:
Απόσπασμα από το βιβλίο Η Τεχνητή «Νοημοσύνη» ενώπιον του εαυτού της. Επανεξέταση της σχέσης ανθρώπου-φύσης-τεχνολογίας του Γιάννη Περπερίδη (εκδ. Τόπος, 2026) - κυκλοφορία: 9/3/2026.
Ένα ζήτημα που πρέπει να σκεφτούμε, για να εκτιμήσουμε σωστά την κατάσταση με την ΤΝ, είναι το γιατί και το πώς αυτό το πεδίο έρευνας έχει λάβει τόσο μεγάλη έκταση σήμερα συγκεκριμένα. Ως ερευνητικό πρόγραμμα υπάρχει πολλές δεκαετίες τώρα, αλλά παρέμενε κλεισμένο στα ερευνητικά εργαστήρια, όπως σήμερα παραμένουν χιλιάδες άλλα ερευνητικά προγράμματα, την ύπαρξη των οποίων δεν μαθαίνουμε καν. Πώς έφτασε να καταστεί τόσο σημαντικό, σε σημείο που επηρεάζει, πλέον, την πορεία της ανθρωπότητας και του πλανήτη; Δύο έννοιες είναι σημαντικές ως προς αυτό το ερώτημα, και συνδέονται, μάλιστα, με την οντολογική παραδοχή που εξετάσαμε σε όλο το εύρος του παρόντος βιβλίου: δεδομενοκρατία και καπιταλισμός της επιτήρησης.
Η «δεδομενοκρατία», όρος που επεξηγεί ο Γιουβάλ Νόα Χαράρι, αποτελεί ένα είδος θρησκείας. Με αυτή την έννοια, ο συγγραφέας υπογραμμίζει την τάση για μετατροπή των πάντων σε δεδομένα, δηλαδή την ερμηνεία των πάντων (του κόσμου, των ανθρώπινων σκέψεων και σχέσεων κ.ο.κ) ως δεδομένων. Η ίδια τους η αξία «μετριέται» σε δεδομένα ή, αλλιώς, δεν έχουν καμία αξία αν δεν μετατρέπονται σε δεδομένα. Για όσες και όσους έχουν ακολουθήσει τη σκέψη μου σε ολόκληρο το βιβλίο είναι κατανοητό ότι η δεδομενοκρατία συνιστά μία άλλη μορφή εμφάνισης του πολύ παλαιότερου αιτήματος «μαθηματικοποίησης» του κόσμου. Σαν άλλοι Γαλιλαίοι, οι οπαδοί της δεδομενοκρατίας σήμερα θα υποστήριζαν ότι «το βιβλίο της φύσης είναι γραμμένο στη γλώσσα των δεδομένων». Τα πάντα, λοιπόν, μετατρέπονται σε δεδομένα και έχουν αξία μόνο υπό αυτήν τη μορφή. Από την άλλη, σε σχέση με τον άνθρωπο, στο πλαίσιο της δεδομενοκρατίας, αυτός ερμηνεύεται με μία αυστηρά λειτουργική προσέγγιση «αποτιμώντας την αξία των ανθρώπινων εμπειριών σύμφωνα με τη λειτουργία τους στους μηχανισμούς επεξεργασίας δεδομένων». Το ίδιο αναφέρει, άλλωστε, πολύ πριν (ήδη από το 1989) ο Χόγκελαντ όταν τονίζει πως:
Όπως και αν είναι, ο μόνος θεωρητικός λόγος για να αντιμετωπίσουμε τη σύγχρονη Τεχνητή Νοημοσύνη πιο σοβαρά από την επιστημονική φαντασία είναι η ισχυρότατη υπόθεση πως η νόησή μας εργάζεται βάσει υπολογιστικών αρχών. Με άλλα λόγια, μας ενδιαφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη ως μέρος της θεωρίας ότι οι άνθρωποι είναι υπολογιστές.
Η ΤΝ, λοιπόν, χρειάζεται (και όπως φαίνεται, χρειαζόταν ανέκαθεν) δεδομένα υπό αυτήν τη μορφή (κοσμοθεωρία/νοηματοδότηση της φύσης), από κοινού με μία θεώρηση της νοημοσύνης ως επεξεργασίας των εν λόγω δεδομένων (θεωρία ως προς τον άνθρωπο). Και τα δύο υπήρχαν ως θεώρηση του κόσμου, της φύσης και του ανθρώπου, αλλά σε πρωτόλεια, για την ΤΝ, μορφή. Εκείνο που δεν επαρκούσε, όμως, τόσο για την ανάδυση της ΤΝ σε ευρεία κλίμακα όσο και για την ενίσχυση αυτής της κοσμοθεώρησης, ήταν η ποσότητα των δεδομένων προς επεξεργασία. Σε αυτό το σημείο περνάμε στη δεύτερη έννοια που μας ενδιαφέρει εν προκειμένω.
Ο καπιταλισμός της επιτήρησης βοήθησε ως μέσο συγκέντρωσης δισεκατομμυρίων δεδομένων: προτιμήσεις, επιθυμίες, σκέψεις, συναισθήματα, συνήθειες, τα πάντα δεδομενοποιήθηκαν και μετατράπηκαν σε επεξεργάσιμα από αλγορίθμους στοιχεία. Δεν θεωρώ ότι είναι τυχαίο που οι ίδιες εταιρείες που ελέγχουν την εξόρυξη, συγκέντρωση, κατηγοριοποίηση και αποθήκευση δεδομένων (των λεγόμενων σήμερα big data – μεγάλων δεδομένων) είναι και οι εταιρείες που αναπτύσσουν τις πιο «ικανές» ΤΝ. Η δεδομενοποίηση του κόσμου, που ως θρησκεία (ή ιδεολογία) εκφράζεται ως δεδομενοκρατία, στηρίζεται πάνω στην οντολογική παραδοχή του κόσμου ως αποτελούμενου από μονάδες με αιτιοκρατικές σχέσεις. Αυτό το οντολογικό υπόβαθρο ήταν υπό εξέταση και όχι θέσφατο. Σήμερα, όμως, υπάρχει μία τεράστια (πραγματικά γιγαντιαία) βιομηχανία μετατροπής του κόσμου σε δεδομένα που, αφενός, ενισχύει την παραδοχή, αφετέρου, καθιστά οποιαδήποτε άλλη θεώρηση του κόσμου και του ανθρώπου μια παράδοξη υπόθεση. Εφόσον όλα σήμερα φαίνεται να μπορούν να καταστούν δεδομένα και να τροφοδοτηθούν σε αλγορίθμους και ΤΝ, είναι σχεδόν αδιανόητο να θεωρεί κανείς ότι εν τέλει ο κόσμος δεν υπάρχει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Το να εκφράσει κανείς την άποψη ότι η δεδομενοποίηση του κόσμου είναι μία νέα μορφή κυριαρχίας επί της φύσης, μία νέα εκδοχή του εργαλειακού λόγου, εναντίον του οποίου έγραφαν τα μέλη της Σχολής της Φρανκφούρτης, θα οδηγήσει σε χλευασμό ή έστω σε απόρριψη της εν λόγω θέσης. Αυτός είναι ο λόγος που η δεδομενοκρατία παρουσιάζεται ως θρησκεία: ο Διαφωτισμός –αν ως Διαφωτισμό θεωρήσουμε τη μαθηματικοποίηση του κόσμου που καταλήγει να αντιλαμβάνεται τον τελευταίο ως διακριτά δεδομένα– ξαναγίνεται μυθολογία (θρησκεία).
Η δεδομενοκρατία και ο καπιταλισμός της επιτήρησης κατέστησαν δυνατή τη συνθήκη κλιμάκωσης της ΤΝ. Όπως φαίνεται, όμως, μερικές δεκαετίες μετά από τα γραφόμενα του Ντρέιφους, τα οντολογικά θεμέλια της ΤΝ παραμένουν τα ίδια, έχοντας απλώς μεταβάλει τη μορφή τους. Από το 1960 και έπειτα, οι θεωρητικοί της ΤΝ υπέθεσαν ότι μπορούν να «εισάγουν όλον τον κόσμο» υπό μορφή αλυσίδας διάτρητων σημείων ή υπό μορφή «ροής δεδομένων», όπως το αναφέρει ο Χαράρι, σε μία μηχανή. Δεν είχαν, όμως, ούτε την υπολογιστική ισχύ ούτε την αποθηκευτική δυνατότητα. Στο πέρας των δεκαετιών, μέχρι και σήμερα, η βάση δεν έχει αλλάξει: πάλι υποθέτουν ότι μπορούν να εισάγουν, υπό μορφή ροής δεδομένων, όλον τον κόσμο σε μία μηχανή· απλώς σήμερα το γενικότερο πληροφοριακό και τεχνολογικό υπόβαθρο επιτρέπει η υπόθεση αυτή να ισχυροποιηθεί. Το κατά πόσον η φύση συνιστά ψηφιδωτό δεδομένων, δεν τέθηκε ποτέ υπό αμφισβήτηση· όπως, επίσης, δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση το κατά πόσον ο άνθρωπος αποτελεί μία ακόμη έκφανση μιας μηχανής επεξεργασίας ροών δεδομένων. Το πρόβλημα των προηγούμενων δεκαετιών ήταν κυρίως πρόβλημα εξοπλισμού και δυνατότητας τροφοδότησης εκατομμυρίων δεδομένων. Η παρούσα ανάπτυξη της ΤΝ «πάει αγκαζέ» α) με την πίστη στο ότι ο κόσμος έχει αξία μονάχα ως δεδομένα και η «σκέψη» είναι απλώς επεξεργασία αυτών· και β) με την παρούσα εξέλιξη του συστήματος του καπιταλισμού.
Στο παραπάνω πλαίσιο, είναι πράγματι σημαντικά όσα επιχειρεί να περιορίσει ο AI Act, δηλαδή τα ζητήματα ασφάλειας, προστασίας δεδομένων κ.ο.κ. Εντούτοις, χρειάζεται να γίνει κατανοητό ότι τα εν λόγω ζητήματα ερείδονται στο πλαίσιο του ουσιωδέστερου προβλήματος της κοσμοαντίληψης που γεννά την ΤΝ: η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν θα χρειαζόταν ρύθμιση και νομοθεσία αν δεν ήταν ανάγκη να μετατραπεί κάθε προσωπική μας στιγμή, σκέψη, βηματισμός ή επιλογή σε δεδομένο, προκειμένου να κατηγοριοποιηθεί και να τροφοδοτηθεί σε αλγορίθμους· ούτε και οι κατασκευαστές ΤΝ θα σκαρφίζονταν δεκάδες διαφορετικούς τρόπους να εισχωρήσουν στα προσωπικά δεδομένα προκειμένου να τα εξορύξουν και να τα αποθηκεύσουν, αν δεν ήταν αναγκαίο να τα τροφοδοτήσουν όλα στα συστήματα ΤΝ που αναπτύσσουν.
Επιπροσθέτως, χρειάζεται να υπογραμμιστεί το εξής: εφόσον σήμερα έχει αναδυθεί η ΤΝ υπό την υπάρχουσα μορφή της, ασχέτως των θεμελίων της και της κριτικής που εξαπολύσαμε σχετικά με αυτά, είναι πολύ σημαντικές οι μελέτες ως προς τις συνέπειές της ή τη λειτουργία της. Το παρόν βιβλίο δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τις μελέτες, τις έρευνες και τις ομιλίες σχετικά, για παράδειγμα, με τις επιπτώσεις της ΤΝ στην εργασία ή τους νομικούς τρόπους που μπορούν να περιορίσουν την πρόσβαση των εταιρειών σε προσωπικά δεδομένα. Εφόσον η υπάρχουσα ΤΝ έχει αναπτυχθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, είναι σημαντικό να την εξετάσουμε και να την κατανοήσουμε. Το προβληματικό στοιχείο είναι οι δυστοπικές προβολές στη βάση της υπάρχουσας ΤΝ. Το να θεωρείται ότι η ΤΝ θα στερήσει δουλειές από τους ανθρώπους επειδή χαρακτηρίζεται από ανώτερη «νοημοσύνη» είναι προβληματικό. Είναι αναγκαίο να διαχωριστεί η δυνατότητα της ΤΝ για «ανώτερη» σκέψη (κάτι που γεννά τις δυστοπίες σήμερα) από τις δυνατότητες των εν λόγω λογισμικών να εκτελέσουν αποτελεσματικά μια σειρά ενεργειών για τις οποίες προγραμματίστηκαν. Το προβληματικό στοιχείο εδώ είναι ο προγραμματισμός των λογισμικών αυτών προκειμένου να μειωθούν οι θέσεις εργασίας (και έτσι οι μισθοί): και αυτός ο προγραμματισμός ελέγχεται και καθοδηγείται από εκείνες και εκείνους που κερδίζουν από τη μείωση θέσεων εργασίας. Επομένως, το εν λόγω ζήτημα που λάβαμε εδώ ως παράδειγμα δεν είναι ζήτημα ουσίας της τεχνολογίας αλλά πολιτικής οικονομίας.
(Το παραπάνω απόσπασμα είναι από τον Επίλογο του βιβλίου, σ. 187-192).































