Το προσεχές Σάββατο 25 Απριλίου θα πραγματοποιηθούν οι εξετάσεις για την εισαγωγή στα Πρότυπα Σχολεία, μια διαδικασία που τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα για χιλιάδες οικογένειες. Μαθητές που ολοκληρώνουν το Δημοτικό ή το Γυμνάσιο διεκδικούν μια θέση σε σχολεία υψηλών απαιτήσεων, επιδιώκοντας ένα καλύτερο μαθησιακό περιβάλλον για τη συνέχιση της εκπαιδευτικής τους πορείας στην Α΄ Γυμνασίου και την Α΄ Λυκείου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας για το σχολικό έτος 2026–2027 κατατέθηκαν 13.987 αιτήσεις για μόλις 1.809 διαθέσιμες θέσεις, γεγονός που αποτυπώνει με τον πιο δηλωτικό τρόπο την ένταση του ανταγωνισμού.
Η αναλογία αυτή μεταφράζεται σε ποσοστό επιτυχίας περίπου 12,93%, δηλαδή λιγότεροι από 1 στους 8 υποψηφίους θα καταφέρουν να εισαχθούν. Πρόκειται για μια σημαντική πτώση σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, καθώς το 2021 το αντίστοιχο ποσοστό άγγιζε το 23,42%. Όπως επισημαίνει ο εκπαιδευτικός αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης, η μείωση αυτή δεν οφείλεται σε αλλαγή στο επίπεδο των μαθητών, αλλά στη συνεχή αύξηση των υποψηφίων, την ώρα που οι διαθέσιμες θέσεις παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες.
Σύμφωνα με τον κ. Στρατηγάκη «στις εξετάσεις των Πρότυπων η γεωγραφία παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς οι μικροί μαθητές δεν αλλάζουν πόλη προκειμένου να φοιτήσουν σ’ αυτά τα σχολεία, όπως κάνουν οι φοιτητές. Έτσι στα σχολεία που βρίσκονται σε πολυπληθείς περιοχές ο ανταγωνισμός είναι πολύ μεγαλύτερος. Υπάρχουν και σχολεία στα οποία ο ανταγωνισμός είναι πολύ μικρός, έως ανύπαρκτος, όπως στο 2ο Πρότυπο Γυμνάσιο Τρίπολης όπου ο αριθμός των θέσεων και των υποψηφίων ταυτίζονταν· 66 μαθητές το δήλωσαν ως πρώτη προτίμηση 66 ήταν και οι θέσεις. Σε μόλις 4 σχολεία το ποσοστό επιτυχίας ήταν μεγαλύτερο του 50%.»
Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει μια έντονη ανισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς. Όλο και περισσότεροι γονείς επιλέγουν να υποβάλουν αίτηση για τα Πρότυπα Σχολεία, αναζητώντας καλύτερες συνθήκες εκπαίδευσης για τα παιδιά τους. Τα σχολεία αυτά θεωρούνται ελκυστικά, καθώς συγκεντρώνουν μαθητές με υψηλό γνωστικό επίπεδο και ισχυρό κίνητρο για μάθηση, ενώ και οι εκπαιδευτικοί διαθέτουν αυξημένα προσόντα.
Πέρα από τα στατιστικά στοιχεία, ιδιαίτερη σημασία έχει και η ανθρώπινη διάσταση του ζητήματος σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό αναλυτή. Οι υποψήφιοι είναι παιδιά ηλικίας περίπου 12 ετών, τα οποία καλούνται να συμμετάσχουν σε μια απαιτητική εξεταστική διαδικασία, γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες επιτυχίας είναι περιορισμένες. Όπως σημειώνει ο κ. Στρατηγάκης «πώς θα διαχειριστούν την αποτυχία τους το 87,03% των υποψηφίων, διότι όταν πετυχαίνει το 12,93% των υποψηφίων το 87,03% αποτυγχάνει. Πώς θα πεις σε ένα παιδί 12 χρονών ότι καλός είσαι αλλά κάποιοι άλλοι είναι καλύτεροι από σένα και δεν φτάνουν οι θέσεις για όλους; Το παιδί θα νιώσει την αποτυχία από τα 12 χρόνια του. Και πράγματι είναι καλός, διότι διαφορετικά δεν θα έκαναν την προσπάθεια εισαγωγής οι γονείς του ξοδεύοντας χρήματα και χρόνο. Τα παιδιά αυτά είναι καλοί έως άριστοι μαθητές αλλά γεύονται την αποτυχία, σε τόσο μικρή ηλικία, και πρέπει να την ξεπεράσουν.»
Παράλληλα, εγείρονται ευρύτερα ζητήματα εκπαιδευτικής πολιτικής. Η ενίσχυση των Πρότυπων Σχολείων προσφέρει αναμφίβολα ποιοτικά πλεονεκτήματα για όσους φοιτούν σε αυτά, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να συμβάλλει στην αποδυνάμωση των υπόλοιπων σχολείων, δημιουργώντας ένα εκπαιδευτικό σύστημα δύο ταχυτήτων.
«Είναι πράγματι καλύτερη η Εκπαίδευση στα πρότυπα; Έχουν σημαντικά πλεονεκτήματα είναι η αλήθεια. Καταρχάς οι μαθητές είναι υψηλού επιπέδου και θέλουν όλοι να μάθουν, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα Γυμνάσια, όπου πάνε υποχρεωτικά οι μαθητές και ανάμεσα σ’ αυτούς υπάρχουν κάποιοι που δεν θέλουν να βρίσκονται εκεί. Αυτοί οι μαθητές επειδή δεν θέλουν να κάνουν μάθημα προσπαθούν με κάθε τρόπο να σαμποτάρουν το μάθημα. Οι καθηγητές στα πρότυπα είναι αυξημένων προσόντων. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι συνθήκες διδασκαλίας είναι καλύτερες από το μέσο σχολείο. Στα υπόλοιπα σχολεία η κατάσταση χειροτερεύει. Αν αφαιρέσεις περίπου 2.000 καλούς μαθητές από τα σχολεία, τότε το μαθητικό τους δυναμικό αδυνατίζει και κινδυνεύουν να κυριαρχήσουν τα διαλυτικά στοιχεία. Συνεπώς έχουμε χειροτέρευση της ποιότητας της Εκπαίδευσης στα υπόλοιπα σχολεία» τονίζει εμφατικά ο εκπαιδευτικός αναλυτής.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν η λύση βρίσκεται στην αύξηση των Πρότυπων Σχολείων και των διαθέσιμων θέσεων ή στη συνολική αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης. Σύμφωνα με το σκεπτικό του έγκριτου εκπαιδευτικού αναλυτή το αρμόδιο Υπουργείο πρέπει να διαλέξει την επόμενη του κίνηση που θα είναι είτε η ενίσχυση του θεσμού των Πρότυπων Σχολείων είτε η συνολική βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Η πρώτη επιλογή θα μπορούσε να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να ικανοποιήσει μεγαλύτερο αριθμό υποψηφίων, ενώ η δεύτερη θα στόχευε στη βελτίωση των συνθηκών μάθησης για όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως σχολείου.

































