Στις μέρες μας δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική καθορίζεται μόνο από δύο ανθρώπους, τον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μάρκο Ρούμπιο. Ακολουθώντας τα χνάρια του Κίσινγκερ, ο Ρούμπιο έχει μεταβληθεί σε «τσάρο», καθώς είναι ταυτόχρονα υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ελέγχει τους δύο βασικούς μηχανισμούς και, βέβαια, ξοδεύει πάρα πολύ χρόνο στον Λευκό Οίκο σε απόσταση αναπνοής από το Οβάλ Γραφείο.
Ο Ρούμπιο έρχεται στην Ελλάδα σε μια κρίσιμη στιγμή για την κυβέρνηση Τραμπ. Απέχουμε ένα μήνα από τις εξαιρετικά σημαντικές εκλογές για το Κογκρέσσο και με δύο πολέμους σε πλήρη έξαρση χωρίς προφανή τελική έκβαση.
Ο Αμερικανός υπουργός είναι, όμως, και πολιτικός παίκτης. Μαζί με τον αντιπρόεδρο Βανς είναι οι δύο επικρατέστεροι προεδρικοί υποψήφιοι για το ρεμπουμπλικανικό χρίσμα. Δεν είναι λίγοι, βέβαια, εκείνοι που πιστεύουν ότι ο Ρούμπιο ενδέχεται να επιλέξει να μη διεκδικήσει το χρίσμα το 2028, αλλά το 2032. Θα είναι 61 ετών και θα έχει αφήσει τον Βανς να διαχειριστεί την αμέσως επόμενη μέρα της εποχής Τραμπ. Ο,τι και να γίνει, πάντως, θα είναι βασικός πρωταγωνιστής στην αμερικανική πολιτική σκηνή για πολλά χρόνια.
Ο Ρούμπιο γνωρίζει τα θέματα που αφορούν την Ελλάδα, διατηρεί πάρα πολύ στενές σχέσεις με το Ισραήλ και το λόμπι του στις ΗΠΑ και είναι αρκετά σκεπτικός ως προς τον ρόλο της Τουρκίας. Οπως και ο προκάτοχός του στην πρώτη θητεία Τραμπ, επιλέγει να επισκεφθεί την Αθήνα αλλά όχι την Αγκυρα, σπάζοντας ένα πολύ παλιό ταμπού της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην περιοχή μας. Τις επόμενες ημέρες θα φανεί τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη. Η αλήθεια είναι πως την περίοδο Μπάιντεν ή Μπαϊντενόπουλου, η ελληνική κυβέρνηση ένιωσε δικαιολογημένα απογοητευμένη. Η «επιστολή Μπλίνκεν» σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία για τις αμερικανικές βάσεις αποδείχθηκε ανούσια, αν όχι απατηλή. Ο Ρούμπιο έχει δείξει ότι δεν περιορίζεται από τις παραδοσιακές δεσμεύσεις που επιβάλλει η γραφειοκρατία και έχει συγκρουστεί αρκετές φορές στο παρασκήνιο με τον Αμερικανό πρέσβη στην Αγκυρα, που εκπροσωπεί το πιο ισχυρό φιλοτουρκικό λόμπι στο περιβάλλον Τραμπ. Ο πρωθυπουργός θα επιδιώξει να υπάρχει ένα ανοικτό κανάλι επικοινωνίας μαζί του «για ό,τι χρειαστεί». Ταυτόχρονα θα προσπαθήσει να πάρει το αμερικανικό Ο.Κ. για πυρομαχικά και συστήματα των F-35 που θα εξασφαλίσουν στην Ελλάδα ένα «ποιοτικό προβάδισμα» έναντι της Τουρκίας, κάτι που υποσχέθηκε αλλά δεν τήρησε η κυβέρνηση Μπάιντεν.
(Ο Αλέξης Παπαχελάς είναι διευθυντής της «Καθημερινής» - Το άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Καθημερινή» της Κυριακής)

























