Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα για τη διεξαγωγή του στρατηγικού διαλόγου είναι αυτονόητα σημαντική. Επιβεβαιώνει το υψηλό επίπεδο των Ελληνοαμερικανικών σχέσεων με πολλαπλά κρίσιμα πεδία συνεργασίας για το σήμερα και αύριο (σε διμερή και περιφερειακά θέματα).
Αλλά οι Ελληνοαμερικανικές σχέσεις (καθ)ορίζονται σήμερα από τη νέα πραγματικότητα για το ρόλο, συμμαχίες, ταυτότητα, θεώρηση του κόσμου που έχουν διαμορφώσει οι Ηνωμένες Πολιτείες του προέδρου Τραμπ. Και λειτουργούν μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον. Πρώτα απ’ όλα ο πρόεδρος Τραμπ και ο χαρακτήρας του ο οποίος δεν γνωρίζει τόσο χώρες και προβλήματα. Όσο γνωρίζει και εκτιμά ηγέτες με κύριο κριτήριο την ισχύ που κατέχουν και τις οικονομικές συναλλακτικές δυνατότητες που διαχειρίζονται όπως π.χ. Μονάρχες του Κόλπου, Πούτιν, Σι Τζιπίγκ, Ερντογάν, Νετανιάχου, κ.α. Το ταυτολογικό χαρακτηριστικό δηλαδή των ΗΠΑ/Τράμπ σήμερα είναι η ισχύς χωρίς τους περιορισμούς και νομιμοποίηση που επιβάλλουν διεθνές δίκαιο, κανόνες, διεθνείς θεσμοί, πολυμέρεια και συμμαχίες. Με άλλα λόγια, η χώρα που συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία της μεταπολεμικής τάξης δικαίου και θεσμών ως έκφραση των αξιών της δημοκρατίας καταλύει μονομερώς την τάξη αυτή με στόχο να επιβάλει την απόλυτη ηγεμονία της (America First).
Έτσι, ενώ η Ελλάδα είναι υπέρμαχος του διεθνούς δικαίου, οι ΗΠΑ/Τραμπ είναι η χώρα της ωμής ισχύος. Αυτή η παράμετρος φέρνει την Ουάσιγκτον/Λευκό Οίκο πλησιέστερα προς την Τουρκία, κάτι που έχει καταστεί έκδηλο σε σειρά περιπτώσεων βοηθούντος και του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα Τομ Μπάρακ. Αλλά καθώς η Αμερικανική πολιτική τάξη είναι διχασμένη, ο πρόεδρος Τραμπ συναντά ανυπέρβλητα εμπόδια στην προσπάθειά του να ικανοποιήσει βασικά αιτήματα της Τουρκίας (επιστροφή στο πρόγραμμα F-35, κλπ.). Βεβαίως η φιλική προσέγγιση προς την Τουρκία υπαγορεύεται και από σοβαρούς γεωπολιτικούς λόγους. Η Τουρκία εμφανίζεται να διεκδικεί ηγετικό ρόλο στη Μ. Ανατολή (και επέκεινα), να έχει ενεργή παρουσία στις διαδικασίες τερματισμού των πολέμων σε Ιράν και Ουκρανία και να επεκτείνει την επιρροή της στο Μουσουλμανικό κόσμο, κλπ. Έτσι, παρά τη σφοδρή αντιπαλότητά της με το Ισραήλ, οι ΗΠΑ/Τράμπ αναγνωρίζουν και εκτιμούν την προβολή ισχύος και την εικόνα μεγάλης δύναμης που προβάλλει. Η νέα όμως αυτή πραγματικότητα σημαίνει ότι σε ένα απευκταίο θερμό επεισόδιο Ελλάδας – Τουρκίας οι ΗΠΑ μάλλον δεν θα μπορούν/θέλουν να ασκήσουν τον παραδοσιακό ρόλο ελέγχου της κατάστασης (μέσω του κρίσιμου τηλεφωνήματος σε Αθήνα και ΄Αγκυρα). Και ο υπουργός Ρούμπιο μάλλον δεν θα κομίζει κάποια επιστολή προς την Ελληνική κυβέρνηση που να δεσμεύει τις ΗΠΑ για κάτι τέτοιο (a la Κίσσιγκερ ).
Από την άλλη μεριά, η Αθήνα δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός ότι οι ΗΠΑ αποχωρούν με τον ένα ή άλλο τρόπο από την Ευρώπη (και Μ. Ανατολή). Ειδικά στο πεδίο της ασφάλειας και άμυνας, η Ευρώπη αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να στηρίζεται απ’ εδώ και πέρα απροϋπόθετα στις ΗΠΑ. Γι’ αυτό η Ελλάδα άλλωστε μαζί με επτά άλλες χώρες έχει τεθεί κάτω από τη Γαλλική πυρηνική αποτροπή. Στρατηγική αυτονομία. Και για την Ελλάδα τελικά η πρώτη επιλογή είναι -οφείλει να είναι- η Ένωση (και όχι οι ΗΠΑ/Τράμπ/MAGA που σύμφωνα με τον Economist “μισούν την Ευρώπη”, 3/10).
Συνοπτικά, οι Ελληνοαμερικανικές σχέσεις θα συνεχίσουν να βρίσκονται σ’ ένα υψηλό επίπεδο αλλά σ’ ένα διαφορετικό, δυσκολότερο και συνεχώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον.
(Ο Π.Κ. Ιωακειμίδης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), πρώην πρεσβευτής – σύμβουλος του ΥΠΕΞ. Από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης κυκλοφορεί το νέο του βιβλίο με τίτλο «Πέρα από τα Στερεότυπα. Νέα Προοδευτική Εξωτερική και Ευρωπαϊκή Πολιτική»).

























