Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν αντιμετωπίζονται με συνθήματα ούτε με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως. Αντιμετωπίζονται με σχέδιο, πρόληψη και διαρκή προετοιμασία.
Το 2019 η Βουλή, σχεδόν ομόφωνα, υιοθέτησε την Εθνική Στρατηγική για την Πολιτική Προστασία, η οποία βασίστηκε στο πόρισμα της Επιτροπής Goldammer. Ήταν μια σπάνια στιγμή πολιτικής συνεννόησης μετά την τραγωδία στο Μάτι. Μια κοινή παραδοχή ότι η χώρα χρειαζόταν ένα νέο μοντέλο δασοπροστασίας και πυροπροστασίας, προσαρμοσμένο στις προκλήσεις της κλιματικής κρίσης. Η βασική φιλοσοφία της στρατηγικής ήταν σαφής: περισσότερη πρόληψη, καλύτερη διαχείριση των δασών, συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων, επιστημονικός σχεδιασμός και ανθεκτικότητα απέναντι στα ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα.
Η πρόληψη δεν είναι μια αφηρημένη έννοια. Είναι καθαρισμοί δασών, αντιπυρικές ζώνες, διαχείριση της καύσιμης ύλης, ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας, εκπαίδευση του προσωπικού, αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης και διαρκής συνεργασία κράτους, αυτοδιοίκησης και τοπικών κοινωνιών. Είναι η πιο αποδοτική επένδυση για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, του φυσικού περιβάλλοντος και της δημόσιας περιουσίας. Επτά χρόνια μετά, όμως, οφείλουμε να απαντήσουμε με ειλικρίνεια σε ένα κρίσιμο ερώτημα: τι από αυτά που σχεδόν ομόφωνα ψηφίστηκαν έχει πραγματικά εφαρμοστεί;
Το πόρισμα Goldammer δεν περιοριζόταν στην ενίσχυση της καταστολής των πυρκαγιών. Πρότεινε μια συνολική αλλαγή φιλοσοφίας: μετάβαση από τη λογική της αντίδρασης στη λογική της πρόληψης και της ολοκληρωμένης διαχείρισης του δασικού χώρου. Προέβλεπε συστηματική διαχείριση των δασών και της καύσιμης ύλης, με καθαρισμούς, αραιώσεις και, όπου απαιτείται, ελεγχόμενες καύσεις. Πρότεινε ενιαίο σύστημα συνεργασίας μεταξύ Δασικής Υπηρεσίας, Πυροσβεστικού Σώματος, Πολιτικής Προστασίας, Αυτοδιοίκησης και επιστημονικών φορέων. Ζητούσε ουσιαστική ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας με προσωπικό, εξοπλισμό και αρμοδιότητες, τοπικά και περιφερειακά σχέδια πρόληψης, επένδυση στην εκπαίδευση και την έρευνα, καθώς και προσαρμογή ολόκληρου του συστήματος στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση.
Τι έχει συμβεί στην πράξη;
Παρά τις επιμέρους βελτιώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, οι βασικές διαρθρωτικές αλλαγές παραμένουν ημιτελείς. Δεν έχει επιτευχθεί πλήρως ο ενιαίος επιχειρησιακός σχεδιασμός όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών. Η Δασική Υπηρεσία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις σε προσωπικό και μέσα. Η συστηματική διαχείριση της καύσιμης ύλης καλύπτει μόνο ένα μέρος των πραγματικών αναγκών. Η πρόληψη εξακολουθεί να απορροφά μικρότερο βάρος από την καταστολή, παρότι αυτό αποτελούσε την κεντρική σύσταση της Επιτροπής Goldammer. Και η εφαρμογή της στρατηγικής διαφέρει σημαντικά από περιοχή σε περιοχή, χωρίς τη συνέχεια και τη σταθερότητα που απαιτεί ένας εθνικός σχεδιασμός. Η κλιματική κρίση δεν μας επιτρέπει να αναβάλλουμε άλλο αυτές τις αλλαγές. Οι πυρκαγιές θα είναι συχνότερες, μεγαλύτερες και δυσκολότερες. Αυτό δεν είναι μια πρόβλεψη· είναι η νέα πραγματικότητα. Γι' αυτό και η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται κάθε καλοκαίρι στην αναζήτηση ευθυνών μετά την καταστροφή. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Πολιτεία εφαρμόζει με συνέπεια τη στρατηγική που η ίδια ψήφισε.
Η Ελλάδα δεν στερείται ούτε γνώσης ούτε σχεδίου. Διαθέτει μια επιστημονικά τεκμηριωμένη εθνική στρατηγική, η οποία εγκρίθηκε με ευρύτατη διακομματική συναίνεση. Εκείνο που λείπει είναι η σταθερή πολιτική βούληση να εφαρμοστεί σε όλο της το εύρος. Στην Πολιτική Προστασία δεν αρκεί να μαθαίνουμε από τις καταστροφές. Οφείλουμε να εφαρμόζουμε όσα ήδη γνωρίζουμε, πριν από την επόμενη.
(Ο Κώστας Ζαχαριάδης είναι Βιολόγος – Περιβαλλοντολόγος, επικεφαλής της Ανοιχτής Πόλης)



























