Τα τελευταία επτά χρόνια, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επενδύει συστηματικά στη ρητορική της μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Πρόκειται για μια «μεταρρύθμιση» που παρουσιάστηκε ως βήμα εκσυγχρονισμού, αποκέντρωσης και ενίσχυσης των Δήμων και των Περιφερειών, όμως η καθημερινότητα των αιρετών και των πολιτών αποδεικνύει ότι η πραγματικότητα απέχει ολοένα και περισσότερο από αυτή τη φιλοσοφία.
Το πρόβλημα της Αυτοδιοίκησης δεν εξαντλείται στη μετατροπή αυτής της ρητορικής σε υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων και πόρων από το κεντρικό κράτος, αλλά εστιάζεται κυρίως στη διαχρονική έλλειψη εμπιστοσύνης της κυβέρνησης προς τον θεσμό που βρίσκεται εγγύτερα στον πολίτη. Πώς μπορεί κάποιος να συζητά για αποκέντρωση όταν ακόμη και σήμερα στοιχειώδεις παρεμβάσεις πολιτικής προστασίας εγκλωβίζονται επί μήνες στις χρονοβόρες διαδικασίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων; Όταν έργα καθαρισμού ρεμάτων, αντιπλημμυρικές παρεμβάσεις και κρίσιμες εργασίες πρόληψης καθυστερούν λόγω γραφειοκρατίας, σε μια εποχή που η κλιματική κρίση απαιτεί ταχύτητα και άμεση λήψη αποφάσεων; Το ίδιο συμβαίνει και με έργα βιώσιμης αστικής κινητικότητας, όπου η δημιουργία ενός ποδηλατοδρόμου απαιτεί συχνά περισσότερο χρόνο για εγκρίσεις παρά για την ίδια την κατασκευή του. Έτσι, το γραφειοκρατικό κράτος ακυρώνει στην πράξη κάθε προσπάθεια των Δήμων να δώσουν λύσεις στα καθημερινά ζητήματα των πολιτών.
Αντί η κυβέρνηση να λύσει αυτά τα προβλήματα, προτιμά να αλλάζει το σύστημα των αυτοδιοικητικών εκλογών. Η κατάργηση του δεύτερου γύρου και η αντικατάστασή του από το σύστημα εναλλακτικών προτιμήσεων προκαλεί εύλογο προβληματισμό, δημιουργώντας την αίσθηση πως στόχος είναι η διευκόλυνση της επανεκλογής «γαλάζιων» στελεχών και η αποφυγή «ατυχημάτων» όπως αυτό του Δήμου Αθηναίων όπου στο δεύτερο γύρο των εκλογών όλες οι προοδευτικές δυνάμεις συσπειρώθηκαν απέναντι στον τότε Δήμαρχο Κώστα Μπακογιάννη.
Παράλληλα, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης ανέδειξε από τις πρώτες ημέρες σοβαρές αδυναμίες. Οι ρυθμίσεις για τους άμισθους αντιδημάρχους δημόσιους υπαλλήλους, τα κενά για τους έμμισθους του ιδιωτικού τομέα, αλλά και η κατάργηση των εντεταλμένων συμβούλων, δημιούργησαν προβλήματα στη στελέχωση των δημοτικών αρχών. Το γεγονός ότι το Υπουργείο Εσωτερικών προχώρησε σε διορθώσεις μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, για έναν νόμο που τον συζητάς τρία χρόνια και μετά από δέκα μέρες τον αλλάζεις αποδεικνύει απίστευτη προχειρότητα, αφού ποτέ δεν ρωτήθηκαν και δεν συμφώνησαν τα συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης.
Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αποτελεί ιστορική ευκαιρία για τομές. Η Ελλάδα παραμένει από τα πιο συγκεντρωτικά κράτη της Ευρώπης, αντιμετωπίζοντας τους Δήμους ως απλούς διεκπεραιωτές της κεντρικής διοίκησης και όχι ως ισότιμους πυλώνες δημόσιας εξουσίας. Η χώρα χρειάζεται πραγματική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης, σταθερούς πόρους, ξεκάθαρες αρμοδιότητες και θεσμική ενίσχυση. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να παραμένει ο «φτωχός συγγενής» του κράτους, αλλά οφείλει να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον σχεδιασμό κοινωνικών, αναπτυξιακών και περιβαλλοντικών πολιτικών.
Σε μια εποχή μεγάλων προκλήσεων, η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης που βασίζεται στην αποκέντρωση, τη συμμετοχή, τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη στις τοπικές κοινωνίες. Εμείς, στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, ξεκινάμε ευρεία διαβούλευση με τους ανθρώπους της Αυτοδιοίκησης. Θέλουμε οι τοπικές κοινωνίες να δυναμώσουν τη φωνή τους και να αποκτήσουν τις αρμοδιότητες ώστε να αλλάξουν τη μοίρα του τόπου τους. Η πολιτική αλλαγή θα ξεκινήσει από την τοπική αλλαγή της πολιτικής· από κάτω προς τα πάνω θα βελτιώσουμε την καθημερινότητα — δημοκρατικά, συμμετοχικά και δίκαια.
(Ο Γιώργος Ιωακειμίδης είναι Τομεάρχης Τοπικής Αυτοδιοίκησης ΕΛ.Α.Σ.)

























