Η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 σηματοδότησε μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο του κράτους. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973, ο στασιμοπληθωρισμός και η κάμψη του μεταπολεμικού μοντέλου ανάπτυξης έπληξαν την εμπιστοσύνη στο κεϊνσιανό κράτος πρόνοιας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναδείχθηκαν οι ιδέες του Φρίντριχ Χάγιεκ και του Μίλτον Φρίντμαν, που υποστήριζαν ότι η αγορά αποτελεί αποτελεσματικότερο μηχανισμό οργάνωσης της οικονομίας από το κράτος. Η Μάργκαρετ Θάτσερ και ο Ρόναλντ Ρήγκαν υπήρξαν οι σημαντικότεροι πολιτικοί εκφραστές αυτής της στροφής, η οποία επηρέασε σύντομα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Η μεταβολή αυτή δεν ήταν μόνο οικονομική αλλά και ιδεολογική. Το κράτος έπαψε σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ο θεσμός που εγγυάται καθολικά κοινωνικά δικαιώματα και άρχισε να αξιολογείται κυρίως με όρους κόστους, αποδοτικότητας και ανταγωνιστικότητας. Ο πολίτης μετατράπηκε από φορέα κοινωνικών δικαιωμάτων σε καταναλωτή υπηρεσιών, ενώ η έννοια του δημόσιου συμφέροντος υποχώρησε μπροστά στην αντίληψη ότι η αγορά αποτελεί τον αποτελεσματικότερο μηχανισμό κατανομής των πόρων.
Οι ιδιωτικοποιήσεις, όμως, δεν αποτέλεσαν το μοναδικό εργαλείο αυτής της μετάβασης. Σε πολλές περιπτώσεις προηγήθηκαν χρόνια στοχευμένης υποχρηματοδότησης, διοικητικής αποδυνάμωσης και αναβολής κρίσιμων επενδύσεων. Το αποτέλεσμα ήταν δημόσιες υπηρεσίες με ελλείψεις προσωπικού, απαρχαιωμένες υποδομές και μειωμένη αποτελεσματικότητα. Η αγορά παρουσιαζόταν τότε ως η αυτονόητη λύση απέναντι σε ένα δημόσιο που είχε ήδη απολέσει σημαντικό μέρος των δυνατοτήτων του. Είτε αυτή η εξέλιξη υπήρξε συνειδητή πολιτική επιδίωξη είτε αποτέλεσμα της κυρίαρχης οικονομικής λογικής, η ίδια αλληλουχία επαναλήφθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Η εμπειρία της Βρετανίας είναι ενδεικτική. Οι ιδιωτικοποιήσεις στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια και στους σιδηροδρόμους παρουσιάστηκαν ως αναγκαία απάντηση στην αναποτελεσματικότητα του κράτους. Στην Ιταλία, στη Γαλλία και στην Ισπανία οι εξελίξεις υπήρξαν πιο σταδιακές, αλλά η κατεύθυνση παρέμεινε ανάλογη: ο περιορισμός του δημόσιου τομέα και η διεύρυνση του πεδίου δράσης της αγοράς.
Η Ελλάδα ακολούθησε την ίδια πορεία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη προώθησε τις πρώτες μεγάλες αποκρατικοποιήσεις, ενώ η περίοδος Σημίτη, υπό την πίεση της ευρωπαϊκής σύγκλισης και της ΟΝΕ, συνέχισε την απελευθέρωση των αγορών. Η περίπτωση του ΟΤΕ είναι χαρακτηριστική. Η ιδιωτική κινητή τηλεφωνία αναπτύχθηκε ταχύτατα, ενώ ο δημόσιος οργανισμός εκσυγχρονίστηκε ουσιαστικά όταν είχε ήδη ξεκινήσει η μερική ιδιωτικοποίησή του. Αντί η τεχνολογική αναβάθμιση να ενισχύσει έναν ισχυρό δημόσιο φορέα, αξιοποιήθηκε στο πλαίσιο της εμπορικής του μετάβασης.
Παρόμοιες εξελίξεις ακολούθησαν στη ΔΕΗ και στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, στις δημόσιες συγκοινωνίες, αλλά και στην υγεία. Η χρόνια υποχρηματοδότηση, οι ελλείψεις προσωπικού και η καθυστέρηση αναγκαίων επενδύσεων ενίσχυσαν αντικειμενικά τη θέση του ιδιωτικού τομέα. Στην εκπαίδευση, η αδυναμία του δημόσιου σχολείου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πανελλαδικών εξετάσεων οδήγησε στη γιγάντωση της παραπαιδείας, ενώ σήμερα η συζήτηση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια εμφανίζεται ως συνέχεια της ίδιας λογικής. Αντί να θεραπεύεται η αιτία της υποβάθμισης, προκρίνεται η υποκατάστασή της από την αγορά.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η δαιμονοποίηση της ιδιωτικής οικονομίας ούτε η νοσταλγία για ένα αναποτελεσματικό κράτος του παρελθόντος. Η πρόκληση για μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική είναι η οικοδόμηση ενός δημόσιου τομέα αποτελεσματικού, διαφανούς και τεχνολογικά σύγχρονου. Η ενέργεια, οι επικοινωνίες, οι μεταφορές, η υγεία και η παιδεία αποτελούν στρατηγικά δημόσια αγαθά. Η διασύνδεση των υπηρεσιών, οι κοινές ψηφιακές υποδομές, οι ενιαίες προμήθειες και η αξιοποίηση οικονομιών κλίμακας μπορούν να μειώσουν σημαντικά το κόστος λειτουργίας τους, ενώ το ίδιο το ευρωπαϊκό δίκαιο αναγνωρίζει ότι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος δικαιολογούν ειδική προστασία όταν υπηρετούν θεμελιώδεις κοινωνικούς σκοπούς.
Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι η αντιπαράθεση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Είναι αν θα συνεχίσουμε να αποδεχόμαστε την απαξίωση του πρώτου ως προϋπόθεση για την ενίσχυση του δεύτερου ή αν θα επενδύσουμε σε ένα δημόσιο τόσο ποιοτικό και αξιόπιστο, ώστε να αποτελεί το σημείο αναφοράς ολόκληρης της κοινωνίας. Η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των στρατηγικών υποδομών αποτελεί προϋπόθεση για μια πιο δίκαιη και ανθεκτική δημοκρατία. Και η σύγχρονη Αριστερά οφείλει να είναι η δύναμη που θα αναλάβει την ευθύνη αυτού του αγώνα.
(Ο Λάμπρος Φλιτούρης είναι Αναπλ.καθηγητής ιστορίας και μέλος του Ε.Σ. της Ελ.Α.Σ)



























