Με το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το νδ 53/1974 κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης, ως ένα από τα απαραίτητα θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η ελευθερία όμως της έκφρασης δεν είναι ένα απόλυτο δικαίωμα, παρά υπόκειται και σε περιορισμούς, όπως οι όροι και οι προϋποθέσεις ορίζονται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 10 και αφορούν πλην άλλων την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωµάτων των τρίτων. Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης πρέπει να εξισορροπείται με το δικαίωμα σεβασμού της τιμής και της υπόληψης, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το πρόσωπο στην κοινωνία, με βάση την ηθική αξία που έχει, λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το πρόσωπο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Τόσο δε η τιμή όσο και η υπόληψη συνιστούν επί μέρους εκδηλώσεις-εκφάνσεις του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας.
Επίσης σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 363 ΠΚ περί συκοφαντικής δυσφήμησης τιμωρείται ο ισχυρισμός ή η διάδοση ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου ψευδούς γεγονότος, ικανού να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, εν γνώσει της αναληθείας του. Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου.
Είναι γεγονός ότι οι πολιτικοί εκτίθενται στη δημόσια κριτική και έχουν ευρύτερη ανοχή σε αυτή. Ωστόσο η ανοχή αυτή δεν εξικνείται μέχρι του σημείου να υπόκεινται σε κατασκευασμένες ειδήσεις που στοχεύουν στην καταστροφή της πολιτικής ή προσωπικής τους υπόστασης.
Παρατηρείται στις ημέρες μας δυστυχώς η έντονη διείσδυση συκοφαντικού λόγου στην πολιτική ζωή. Η κυβερνηση Μητσοτάκη λόγω της ασφυκτικής πίεσης που της ασκούν τα σκάνδαλα, λόγω του αιφνιδιασμού της από ζητήματα που καθημερινά αναδύονται και αγγίζουν το κράτος δικαίου, λόγω της κλονισμένης εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτή, λόγω της τραυματισμένης νομιμότητας και διαφάνειας, απότοκης των ενεργειών της, επιδίδεται δια των εκπροσώπων της σε μια απέλπιδα προσπάθεια ανατροπής των ανωτέρω εκτοξεύοντας συκοφαντίες κατά πολιτικών της αντιπάλων και διαβάλλοντας αυτούς με σκοπό την παραπλάνηση των πολιτών. Η αποδόμηση όμως πολιτικού αντιπάλου δεν επιτυγχάνεται με ύβρεις, ψευδείς και ανυπόστατες κατηγορίες, ιταμά , κυνικά και ασύστολα ψεύδη. Αντίθετα η ακολουθούμενη αυτή τακτική από εκπροσώπους της κυβέρνησης Μητσοτάκη προδίδει όχι μόνο την ένδεια επιχειρημάτων, την ανύπαρκτη τεκμηρίωση όσων υποστηρίζει αλλά και τον προβληματισμό, την αδυναμία αυτής ως και τον φόβο αποτυχίας στην επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση, πέραν του ότι πρωτίστως υποτιμά και την νοημοσύνη των ελλήνων πολιτών.
(Η Μαρία Ν. Λεπενιώτη είναι Επίτιμη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου, Τομεάρχης Δικαιοσύνης ΕΛ.Α.Σ.)
























