Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη μπει στη ζωή των παιδιών. Τη χρησιμοποιούν για να βρουν πληροφορίες, να γράψουν κείμενα, να λύσουν ασκήσεις ή απλώς για να πειραματιστούν. Το σχολείο όμως στις περισσότερες χώρες δεν έχει ακόμη αποφασίσει πώς ακριβώς πρέπει να τη διαχειριστεί.
Στην Κίνα φαίνεται ότι έχουν αρχίσει να απαντούν πιο οργανωμένα σε αυτό το ερώτημα.
Ως μέλος της Αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, παρακολουθώ τις αλλαγές που γίνονται στη χώρα όχι μόνο στην οικονομία και στη βιομηχανία, αλλά και στην εκπαίδευση.
Η Κίνα δοκιμάζει εδώ και χρόνια προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης σε σχολεία μεγάλων πόλεων. Πλέον η κατεύθυνση αυτή αποκτά πιο μόνιμο χαρακτήρα. Οι μαθητές έρχονται σε επαφή με τη νέα τεχνολογία από μικρή ηλικία και μαθαίνουν όχι μόνο πώς να τη χρησιμοποιούν, αλλά και πώς να ελέγχουν τις απαντήσεις της.
Αυτό έχει σημασία. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δίνει γρήγορες απαντήσεις, αλλά δεν δίνει πάντοτε σωστές απαντήσεις. Μπορεί να παρουσιάσει ως βέβαιο κάτι που είναι λάθος ή να δημιουργήσει πληροφορίες που δεν υπάρχουν. Επομένως, το παιδί πρέπει να μάθει να ελέγχει, να συγκρίνει και να αμφισβητεί.
Η Κίνα βλέπει αυτή την εκπαίδευση ως μέρος μιας ευρύτερης προετοιμασίας για το μέλλον. Θέλει οι σημερινοί μαθητές, όταν μπουν στην αγορά εργασίας, να είναι ήδη εξοικειωμένοι με εργαλεία που πιθανότατα θα χρησιμοποιούνται σχεδόν παντού.
Δεν σημαίνει ότι όλα όσα εφαρμόζονται εκεί πρέπει να μεταφερθούν αυτούσια στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαφορετική αντίληψη για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, τα δικαιώματα των παιδιών και τον έλεγχο της τεχνολογίας. Αυτές οι διαφορές είναι ουσιαστικές.
Παρόλα αυτά, υπάρχει κάτι που αξίζει να προσέξουμε. Στην Ευρώπη συζητάμε συχνά κυρίως για το τι πρέπει να απαγορευτεί και πώς πρέπει να ελεγχθεί η τεχνητή νοημοσύνη. Χρειάζεται όμως ταυτόχρονα να συζητήσουμε και για το πώς θα μάθουν τα παιδιά να τη χρησιμοποιούν σωστά.
Στην Ελλάδα η συζήτηση συνήθως περιορίζεται στο αν οι μαθητές θα αντιγράφουν τις εργασίες τους. Είναι υπαρκτό πρόβλημα, αλλά δεν είναι το μόνο. Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι αν το σχολείο θα αφήσει τα παιδιά να μάθουν μόνα τους, χωρίς κανόνες και χωρίς καθοδήγηση.
Δεν χρειάζεται κάθε μαθητής να γίνει προγραμματιστής. Χρειάζεται όμως να καταλαβαίνει τι μπορεί να κάνει η τεχνητή νοημοσύνη, πού μπορεί να κάνει λάθος και πότε δεν πρέπει να την εμπιστεύεται.
Για να γίνει αυτό, πρέπει πρώτα να στηριχθούν οι εκπαιδευτικοί. Δεν είναι δυνατόν να τους ζητάμε να καθοδηγήσουν τους μαθητές σε ένα νέο πεδίο χωρίς επιμόρφωση, χωρίς υλικό και χωρίς σαφείς οδηγίες.
Χρειάζονται επίσης κανόνες μέσα στην τάξη. Πότε επιτρέπεται η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης; Πότε πρέπει ο μαθητής να αναφέρει ότι τη χρησιμοποίησε; Ποιες εργασίες πρέπει να γίνονται χωρίς αυτήν; Πώς προστατεύονται τα προσωπικά δεδομένα των παιδιών;
Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Είναι όμως καλύτερο να αρχίσουμε να τις αναζητούμε τώρα, παρά να περιμένουμε μέχρι η τεχνολογία να έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από το σχολείο.
Η εμπειρία της Κίνας έχει ενδιαφέρον ακριβώς γι’ αυτό. Όχι επειδή προσφέρει ένα μοντέλο που πρέπει να αντιγράψουμε, αλλά επειδή δείχνει ότι η προετοιμασία των παιδιών για την τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ήδη ως ζήτημα εθνικής στρατηγικής.
Η Ελλάδα χρειάζεται τη δική της προσέγγιση. Με κανόνες, προστασία των παιδιών, κατάλληλη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και ίσες δυνατότητες για όλα τα σχολεία.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν πρόκειται να μείνει έξω από την τάξη. Το θέμα είναι αν θα μπει οργανωμένα ή αν θα αφήσουμε κάθε μαθητή, κάθε εκπαιδευτικό και κάθε οικογένεια να βρει μόνος του τον δρόμο.
(Ο Σάκης Αρναούτογλου είναι ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής)


























