Δεν προτίθεμαι να εμβαθύνω πολύ στο σκεπτικό της απόφασης 726/2026 του Ε’ Ποινικού Τμήματος (σε Συμβούλιο) του Αρείου Πάγου.* Η απόφαση προκλήθηκε από αναίρεση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αναίρεσε το βούλευμα 66/2026 του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που είχε δεχθεί αίτηση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου για την υπό όρους απόλυσή του, κρίνοντας ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι δεν συντρέχουν, και ότι αυτός ο 82 ετών και επί 24 περίπου έτη έγκλειστος γέρων πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή, και αυτό πράγματι έγινε.
Προκαταβολικά ζητώ την κατανόηση των αναγνωστών και αναγνωστριών για τον τεχνικό χαρακτήρα των παραγράφων που ακολουθούν. Το ζήτημα είναι μακράν ευρύτερο ενός τεχνικού νομικού σχολιασμού, οι μη νομικές όμως διαστάσεις του μπορούν να αναδειχθούν μόνο με την είσοδο στην ουσία των νομικών συλλογισμών της απόφασης, όχι βέβαια με αλαλαγμούς εκδικητικής ικανοποίησης ούτε με αόριστους ηθικολογικούς αφορισμούς (όπως ούτε και με ηχηρές σιωπές). Σε προσωπικό, ανθρώπινο επίπεδο δεν έχει διακύβευμα μικρότερο από τη ζωή και τον θάνατο, ενώ σε απρόσωπο θεσμικό επίπεδο έχει διακυβεύματα συνταγματικής περιωπής που ανάγονται στα βαθύτερα θεμέλια της φιλελεύθερης ευρωπαϊκής δημοκρατικής και δικαιοκρατικής μας τάξης. Ίσως μάλιστα και σε ζητήματα κυριαρχίας, ενόψει σημαντικών διεθνών σχέσεων της χώρας, δεδομένου ότι (διαψεύδοντας τα περί βραδύτητας της ελληνικής δικαιοσύνης) δημοσιεύθηκε μόλις 16 ημέρες μετά από την ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, όπου, στις 29.5.2026 δηλώνεται ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι βαθιά απογοητευμένες» από την απόφαση «του Εφετείου Πειραιώς» να αποφυλακίσει τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο «ηγέτη και ιθύνοντα νου της ακροαριστερής τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη», η οποία, κατά την διάρκεια 27 ετών «δολοφόνησε τέσσερις Αμερικανούς δημόσιους λειτουργούς»**
***
Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι «ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος παραμονής σε σωφρονιστικό κατάστημα για τον καταδικασθέντα που εκτίει ποινή 17 φορές ισόβιας κάθειρξης και εκτιτέα ποινή κάθειρξης 25 ετών είναι 25 έτη». Για την παραδοχή του αυτή στηρίχθηκε στον άρθρο 105 β’ του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από τα άρθρα 19 του ν. 4855/2021 και 13 παρ. 6 του ν. 5023/2023, κατά το οποίο «Σε κάθε περίπτωση όμως ο καταδικασθείς [σε ισόβια κάθειρξη] μπορεί να απολυθεί αν έχει παραμείνει στο κατάστημα είκοσι έτη και αν εκτίει περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης, αν έχει παραμείνει είκοσι πέντε έτη.» Πριν από τις δύο αυτές τροποποιήσεις, ο απαιτούμενος χρόνος έκτισης ήταν σε κάθε περίπτωση είκοσι έτη.
Ο Άρειος Πάγος αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις των παραπάνω νεότερων νόμων είναι δυσμενέστερες από τις παλαιότερες. Κατά το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών, που εφάρμοσε τα διεθνώς και καθ’ ημάς πάγια, ισχύουν οι επιεικέστερες διατάξεις επειδή εκείνες ίσχυαν όταν καταδικάσθηκε και φυλακίσθηκε ο περί ου ο λόγος. Βάσει αυτών αρκούσαν είκοσι χρόνια κράτησης ως χρονική προϋπόθεση για απόλυση με όρους, χρόνο τον οποίο ο Γιωτόπουλος είχε ήδη καλύψει, αφού κατά την κρίσιμη ημερομηνία είχε ήδη εκτίσει 23 έτη 10 μήνες και 27 ημέρες. Ο Άρειος Πάγος, με έναν επιτήδειο συλλογισμό ακριβείας, την οποία θα ζήλευε και το πλέον εκλεπτυσμένης φονικότητας drone κατά προσωπικού, θεώρησε ότι ισχύει ο αυστηρότερος. Άρα για να μπορεί να εξετασθεί σχετική αίτηση του Γιωτόπουλου, έπρεπε να είχε μείνει έγκλειστος για ακόμη ένα έτος, δύο μήνες και τρεις ημέρες. Ο Άρειος Πάγος δεν διευκρίνισε αν οι 26 ημέρες που έμεινε εκτός φυλακής ο Γιωτόπουλος πρέπει να συνυπολογισθούν σε τυχόν νέα αίτησή του μετά την παρέλευση της εικοσιπενταετίας.
***
Όμως αν το κύριο θέμα ήταν η μη παρέλευση του αναγκαίου χρόνου, αρκούσε η κρίση ότι δεν συνέτρεχε η χρονική προϋπόθεση της απόλυσης του Γιωτόπουλου, κρίση, προφανώς, υπεραρκετή για να αναιρεθεί ως τυπικά μη νόμιμο το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών και να μην εξετασθεί, ως αλυσιτελώς προσβαλλόμενο, το ουσιαστικό του μέρος. Αν ο Άρειος Πάγος περιοριζόταν στην κρίση του για την μη συνδρομή της χρονικής προϋπόθεσης, ουσιαστικά θα αποφαινόταν ότι το Συμβούλιο Εφετών μπορεί να εξετάσει ουσιαστικά τη συνδρομή των λοιπών όρων (ακριβέστερα: τη μη συνδρομή των όρων που αποκλείουν την υφ’ όρο απόλυση) μετά την παρέλευση εικοσιπενταετούς του κράτησης. Πράγματι, κατά το άρθρο 106 ΠΚ, η υπό όρο απόλυση είναι υποχρεωτική, «εκτός αν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει με ειδική προς τούτο αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής κρατήσεώς του, δεν υπήρξε καλή ή υπήρξε μόνο κατ’ επίφαση καλή και ως εκ τούτου υπάρχει κίνδυνος ότι ο απολυόμενος υφ’ όρον θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και γι’ αυτό καθίσταται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κρατήσεώς του». Η επικινδυνότερη όμως ουσία της απόφασης βρίσκεται ακριβώς στο ότι επιχειρεί να αποκλείσει από τώρα κάθε ενδεχόμενο απόλυσης του Γιωτόπουλου υπό όρους, ακόμη και αν συμπληρωθεί ο χρόνος που θεωρεί ότι απαιτείται για έχει ο άνθρωπος αυτός την δυνατότητα να απολυθεί υπό όρους.
***
Αυτό, ο Άρειος Πάγος το επιχειρεί με το τέχνασμα του ελέγχου της αιτιολογίας. Βρίσκει ότι η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών δεν έχει νόμιμη αιτιολογία. Το τέχνασμα συνίσταται στο ότι, ενώ η απόφαση του Συμβουλίου Εφετών παραθέτει, αναλυτικότατα μάλιστα, τους λόγους που επιβάλλουν την υπό όρους απόλυση του συγκεκριμένου ανθρώπου, ο Άρειος Πάγος παρενδυόμενος αναιρετικό έλεγχο (δηλαδή έλεγχο νομιμότητας και όχι ουσίας) υπεισήλθε στην ουσιαστική κρίση, που ανήκει στο δικαστικό συμβούλιο και όχι σε αυτόν.
Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος μέμφθηκε την απόφαση του Συμβουλίου Εφετών κατά το ότι σε αυτήν «Δεν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά εκείνα από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε χωρίς αμφιβολία ότι ο εν λόγω καταδικασθείς κρατούμενος δημιουργεί βάσιμη προσδοκία έντιμης διαβίωσης στο μέλλον και ότι θα ενταχθεί ακινδύνως στην κοινωνία και δεν θα τελέσει αξιόποινες πράξεις και δη όμοιες με αυτές για τις οποίες καταδικάσθηκε». Αυτό όμως δεν είναι αληθές. Το βούλευμα που επέτρεψε την υπό όρους απόλυση του Γιωτόπουλου αναφέρεται αναλυτικότατα σε προηγούμενα βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς που είχαν απορρίψει αντίστοιχες αιτήσεις του και ανέτρεψε, ένα προς ένα, όλα τα απορριπτικά επιχειρήματά τους. Έτσι, π.χ. αναφερόμενο στο θέμα της διδακτορικής διατριβής που ο Γιωτόπουλος ολοκλήρωσε στην φυλακή, το Συμβούλιο Εφετών θεώρησε, ορθώς, εσφαλμένη προηγούμενη κρίση του, όπου είχε απορρίψει ως επιχείρημα την ολοκλήρωση της διατριβής επειδή «αξιολόγησε την προσήλωσή του εγκλείστου σε έναν ηθικά πνευματικό σκοπό, αυτόν της αφοσίωσής του στην επιστήμη των μαθηματικών και της περαιτέρω ανιδιοτελούς προσφοράς του στον εν λόγω τομέα με την ολοκλήρωση της διδακτορικής του διατριβής αποκλειστικά ως σχετιζόμενη με την πνευματική του εξέλιξη και όχι ως υποδειγματική στάση ζωής ενός κρατουμένου υπό τις δύσκολες συνθήκες του εγκλεισμού, χωρίς να παραθέτει γεγονότα ή επιχειρήματα από τα οποία να δικαιολογείται αυτή η κρίση». Το Συμβούλιο Εφετών, με το βούλευμα που αναίρεσε ο Άρειος Πάγος, απέρριψε την παραπάνω σκέψη ευλόγως, επειδή αφού αυτό που ζήτησε το απορριπτικό βούλευμα ήταν να αποδειχθεί όχι κάτι αποδείξιμο, αλλά κάτι που με ύπουλη αοριστία αποκλήθηκε «υποδειγματική στάση ζωής ενός κρατουμένου υπό τις δύσκολες συνθήκες του εγκλεισμού», πράγμα για το οποίο δεν αρκεί ότι την «στάση ζωής» του κρατουμένου πιστοποιεί -πέραν της υποδειγματικής συμπεριφοράς του, στην οποία επίσης είχε γίνει μνεία- το ότι ολοκλήρωσε, έγκλειστος, διδακτορικές σπουδές σε περιώνυμο ξένο πανεπιστήμιο, και τιμήθηκε με ακαδημαϊκό έπαινο για αυτό, αλλά χρειάζεται και κάτι παραπάνω. Τι;
***
Ο Άρειος Πάγος μέμφεται την κατάληξη του Συμβουλίου Εφετών ότι «έχει επέλθει θετική μεταβολή της προσωπικότητας [του Γιωτόπουλου] και ότι πληρούται η αναγκαία για την αποφυλάκισή του προϋπόθεση της καλής διαγωγής που παρέχει την προσδοκία ότι με την αποφυλάκισή του θα διεξάγει έναν έντιμο βίο». Κατά τον Άρειο Πάγο, τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο προσβαλλόμενο βούλευμα «στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής, με την έννοια της αληθούς θετικής συμπεριφοράς που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς. Η τελευταία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του χαρακτήρα του κρατουμένου, η οποία αποκλείει την υποτροπή και είναι ουσιαστική προϋπόθεση για την αποφυλάκισή του.» Ο Άρειος Πάγος αναφέρεται στη διδακτορική διατριβή του Γιωτόπουλου, με τη μνεία όμως ότι η εκπόνησή της «καταδεικνύει αναντίρρητα την προσήλωσή του στο στόχο να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του». Συνεχίζει όμως κρίνοντας ότι αυτή «δεν συνεπάγεται την ηθική του βελτίωση, καθόσον κινείται στο πλαίσιο της ανάπτυξης της προσωπικότητας [του εγκλείστου] και όχι το αν αυτή η ενέργειά του είχε επίδραση στο σωφρονισμό του». Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Άρειος Πάγος, εκτός από το ότι ζητά να αποδειχθούν -πώς άραγε;- τα μύχια της ψυχής του Γιωτόπουλου, τον μέμφεται ότι με την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής επιδίωξε να παραμείνει «λειτουργικός» (μήπως: να βελτιώσει τις επιχειρησιακές δεινότητες της 17 Νοέμβρη;) ώστε να μπορεί να συνεχίσει τη δράση του!
Με αντίστοιχο τρόπο ο Άρειος Πάγος, εισερχόμενος σε κρίση ουσίας, ανέτρεψε ένα προς ένα όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το πλέγμα των λόγων για τους οποίους, σύμφωνα με το άρθρο 106 ΠΚ, μετά την συμπλήρωση έστω εικοσιπενταετίας, γεννάται υποχρέωση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου να δεχθεί αίτησή του έγκλειστου για απόλυση με όρους. Μας υπενθυμίζει (αν και δεν είναι το εδώ κρινόμενο ζήτημα) ότι ο Γιωτόπουλος καταδικάσθηκε σε 17 φορές ισόβια και 25 έτη κάθειρξη μεταξύ άλλων και «για τα αδικήματα της προμήθειας εκρηκτικών υλών και βομβών, 23 εκρήξεων και 2 αποπειρών έκρηξης, 10 ληστειών, 17 ανθρωποκτονιών και 88 αποπειρών ανθρωποκτονίας ως ηθικός αυτουργός», και μέμφεται το Συμβούλιο Εφετών ότι δέχθηκε ότι «ο κατάδικος ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του ούτε εξέφρασε μεταμέλεια για τις εν λόγω πράξεις, στοιχείο που δύναται να αξιολογηθεί ενδεικτικό της μη ολοκληρωμένης ηθικής μεταστροφής και μεταμέλειάς του». Όμως ο Γιωτόπουλος δεν καταδικάσθηκε επειδή αποδέχθηκε τις πράξεις του, αλλά επειδή το δικαστήριο πείσθηκε ότι τις διέπραξε. Ο Άρειος Πάγος του ζητεί να μεταμεληθεί για πράξεις που δεν δέχεται ότι έχει διαπράξει, και που, με την άρνησή του αυτή, παραμένει έγκλειστος για δυόμιση μέχρι τώρα δεκαετίες. Απαιτεί δηλαδή κάτι που αφενός δεν είναι λογικό να απαιτεί, δηλαδή να μεταμεληθεί κάποιος για κάτι που αρνείται ότι έκανε, αλλά και κάτι που γνωρίζει ότι δεν θα λάβει.
Άρα ο Άρειος Πάγος κατασκεύασε την απόφασή του έτσι, ώστε ούτε μετά την παρέλευση του χρόνου που υπολείπεται να συμπληρωθεί η εικοσιπενταετία κράτησης να μπορεί, τότε, να απολυθεί υπό όρους ο 84, τότε, ετών και από εικοσιπενταετία, τότε, έγκλειστος. Με την απόφασή του αυτή ο Άρειος Πάγος κατέστησε σαφές ότι θέλει να δημιουργήσει νομική δέσμευση ότι ο Γιωτόπουλος θα πεθάνει στη φυλακή, ό,τι κι αν πει κάποια στιγμή στο μέλλον όποιο δικαστικό συμβούλιο, στο οποίο και υπαγορεύει από τώρα την δική του ουσιαστική κρίση, χωρίς να έχει καμία προς τούτο ούτε εξουσία ούτε αρμοδιότητα.
***
Και άλλα όμως αναδεικνύονται με την απόφαση αυτή. Περιορίζομαι στο λεγόμενο «δικαίωμα στην ελπίδα», που κατοχυρώνει το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ). Περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού είναι, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ότι η καταδίκη σε ισόβια κάθειρξη είναι συμβατή με την ΕΣΔΑ εφόσον οι εγκάθειρκτοι διαθέτουν κάποια πραγματική πιθανότητα να απολυθούν. Οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις, Vinter κ.α. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (9.7.2013) και Trabelsi κατά Βελγίου (4.9.2014), η οποία μάλιστα αφορούσε στην έκδοση κατηγορούμενου για τρομοκρατία, πιστοποιούν του λόγου το αληθές.
***
Δύο μήνες μετά την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους Δίδυμους Πύργους, ο Laurence Tribe, Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, μιλώντας, στην αμερικανική Γερουσία, και αυτό μέσα σε κλίμα θρήνου, οργής, εθνικής προσβολής και αισχύνης, άσκησε κριτική στον λεγόμενο Patriot Act, νόμο που έδινε υπερβολικές εξουσίες στην εκτελεστική εξουσία για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η κριτική του ήταν καταλυτική: μπορεί οι τρομοκράτες του Μπιν Λάντεν να γκρέμισαν τους Πύργους μας και να έπληξαν το Πεντάγωνό μας και την αξιοπρέπεια της χώρας μας και να αφαίρεσαν χιλιάδες ζωές -όμως ψηφίζοντας τον Patriot Act τους επιτρέπουμε να πλήξουν και τα ίδια τα δημοκρατικά θεμέλια της ελευθερίας στην πολιτεία μας, και αυτό δεν το χαρίζουμε στην τρομοκρατία. Σε άλλη, ασφαλώς, κλίμακα, μπορεί η 17 Νοέμβρη να αφαίρεσε πολλές ζωές και να έπληξε τη ζωή πολλών ανθρώπων -όμως το να της επιτρέψουμε, παραβιάζοντας αρχές και κανόνες, να πλήξει και τα δημοκρατικά θεμέλια της ελευθερίας στην πολιτεία μας δεν της το χαρίζουμε. Δυστυχώς, η εμφάνιση της εδώ σχολιαζόμενης απόφασης του Αρείου Πάγου, αναδεικνύοντας σοβαρά ζητήματα κράτους δικαίου, εικόνας δικαστικής ανεξαρτησίας και εικόνας εθνικής κυριαρχίας και αξιοπρέπειας, αυτό ακριβώς χαρίζει.
* Το Συμβούλιο συγκροτήθηκε από τους Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αντιπρόεδρο και τις Αρεοπαγίτες Σπυριδούλα Λιάτη και Φωτεινή Αθανασίου (εισηγήτρια), με παρουσία του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να βρουν αυτήν την πολλαπλά ενδιαφέρουσα απόφαση ΕΔΩ
** Βλ. την ανακοίνωση ΕΔΩ Δεν νομίζω ότι η ανακοίνωση αυτή είναι ιδιαίτερη εκδήλωση της πολιτικής Τραμπ. Και επί Ομπάμα και επί Κλίντον και γενικώς σε κάθε περίπτωση μια τέτοια ανακοίνωση θα έπρεπε να αναμένεται.
(Ο Γιάννης Δρόσος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών)






























