«Θα εισηγηθώ προς συζήτηση στον δημόσιο διάλογο μια νέα δέσμη θεσμικών τομών[...] Ανάμεσά τους, το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του Βουλευτή.» [Κυριάκος Μητσοτάκης, 6.4.20206]
***
Είναι δύσκολο να ασχοληθεί κανείς σοβαρά την παραπάνω αποστροφή-πρόταση του Πρωθυπουργού και για το περιεχόμενό της (σ΄ αυτό στέκομαι αμέσως παρακάτω) αλλά και για τον χρόνο και τον προφανή λόγο για τον οποίο έγινε: την έκρηξη μιας ακόμη καταιγίδας διώξεων που κίνησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά σοβαρού ποσοστού της κοινοβουλευτικής του ομάδας και τριών μελών της κυβέρνησής του. Εξαγγέλθηκε η «πρόταση» με προφανή σκοπό να αποσείσει την προσοχή από την θεσμική δυσοσμία που περιβάλλει τον ίδιο, τα άδυτα του κυβερνητικού και κομματικού του ιερατείου και, καθώς φαίνεται, γενικευμένα τμήματα του κομματικού τους οργανισμού. Επεκτείνεται όμως και αγγίζει, σχεδόν προσωπικά, και τις εκατοντάδες χιλιάδες των οπαδών και ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας. Άνθρωποι έντιμοι στις απόψεις, την ιδεολογία και το επάγγελμά τους, που ακόμη και στις κοινωνικές τους σχέσεις συχνά αναγκάζονται, αμήχανα, να ισορροπούν ανάμεσα στην αισχύνη και την σιωπή, όταν δεν βρίσκονται αντίκρυ σε αγανάκτηση, οργή (ανοικτή ή συγκεκαλυμένη) ή, ακόμη χειρότερα, μπροστά σε γενικευμένη ειρωνεία.
Η παραπάνω «πρόταση» εξαμολύθηκε στην δημοσιότητα, μήπως -όπως επιχειρήθηκε και με την μεγαλοπρεπή πομφόλυγα περί συνταγματικής αναθεωρήσεως- και απομακρυνθεί λίγο η προσοχή από τους κατονομαζόμενους πια νεοδημοκράτες Υπουργούς και βουλευτές και οδηγηθεί σε νεφέλες περί θεσμών και κανόνων, ακόμη και αν, όπως άλλωστε συνεχώς διαπιστώνουμε, η κυβέρνησή μας και ο αρχηγός της μπορούν να τα καταρρακώνουν ανενδοίαστα. Δεν αξίζει η «πρόταση» αυτή την τιμή μιας συστηματικής συνταγματικής αποτίμησης, ούτε καν για να αποκρουσθεί.
***
Κάτι φανερώνει όμως η «πρόταση», και αυτό είναι μία βαριά προσβολή προς το βουλευτικό αξίωμα, όλων, χωρίς εξαίρεση, των βουλευτών και των Υπουργών που προέρχονται έχουν εκλεγεί βουλευτές.
Ας κάνουμε για μια στιγμή πως την παίρνουμε στα σοβαρά. Το μόνο που θα διαπιστώσουμε είναι ότι ο Πρωθυπουργός εισηγείται να κατοχυρωθεί συνταγματικά ένα τεκμήριο θεσμικής αναξιοπιστίας, τεκμήριο ροπής σε φαυλότητα των βουλευτών που αναλαμβάνουν Υπουργοί. Κατά την «πρότασή» του, ο βουλευτής, αν ορισθεί Υπουργός, τεκμαίρεται ως ιδιοτελές υποκείμενο με κύριο στόχο την επανεκλογή του, στην οποία και, τεκμαίρει η «πρόταση», θα υποτάσσει την υπουργική του δραστηριότητα, ευνοώντας με χάρες, δουλειές, δουλίτσες και χρήματα τους δικούς του ή τους εν δυνάμει δικούς του. Αυτό εις βάρος και του δημοσίου συμφέροντος και των αφελών που εμπιστεύονται τθεσμούς και κανόνες. Και ακριβώς επειδή τεκμαίρεται αυτή του η ιδιοτέλεια προτείνεται να παύει να είναι βουλευτής όσο είναι Υπουργός και, «για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο», να αντικαθίσταται στη βουλή από τον αναπληρωματικό βουλευτή, δηλαδή από τον κομματικό του ανταγωνιστή στην εκλογική του περιφέρεια.
***
Οφείλω να υποκλιθώ στην σατανική ευφυία της σύλληψης. Ας τη δούμε στο παράδειγμα μιας μονοεδρικής περιφέρειας, όπου ο βουλευτής ανήκει στην Νέα Δημοκρατία, αλλά του οποίου τη βουλευτική θέση εποφθαλμιά ο αναπληρωματικός του, συγκρίσιμα ισχυρός Χαλασοχώρης (κατά την διατύπωση του Παπαδιαμάντη), συνυποψήφιος στο κόμμα, ανθυποψήφιος όμως στο ψηφοδέλτιο. Βολεύονται και οι δύο. Γίνεται ο βουλευτής Υπουργός και απομακρύνεται για το διάστημα της υπουργίας του από το βουλευτικό έδρανο, το οποίο καταλαμβάνει ο αναπληρωματικός βουλευτής, και όταν, στον επόμενο ανασχηματισμό, παύσει να είναι Υπουργός, επιστρέφει στο βουλευτικό του έδρανο και ο αναπληρωματικός βουλευτής, που έλαβε το φιλοδώρημα να χρηματίσει βουλευτής για το διάστημα της υπουργίας του ανθυποψηφίου του, αφήνει το έδρανο και γυρνά στην εκλογική περιφέρεια, κοινή εκλογική περιφέρεια την δική του και του τέως Υπουργού. Έτσι και αυτός που δεν εξελέγη βρίσκεται έστω για λίγο, αλλά πάντως βρίσκεται στη βουλή, και αυτός που εξελέγη βρίσκεται, έστω για λίγο, στην κυβέρνηση, αλλά με αντίτιμο να βρεθεί στη βουλή η εσωκομματικός του ανθυποψήφιος. Λύση μπροστά την οποία θα χλώμιαζε και ο σοφός Σολομών!
Αν τώρα προβάλουμε το σολομώντειο αυτό μοντέλο στα εξήντα μέλη της νεοδημοκρατικής κυβέρνησης θα διαπιστώσουμε ότι με έναν και μόνο ανασχηματισμό μπορούν να βολευτούν ίσως και δεκάδες βουλευτές, εναλλασσόμενοι αλλήλως σε υπουργικές θέσεις με μη εκλεγέντες κομματικούς ανθυποψηφίους. Έτσι, σε μία κυβερνητική θητεία κόμματος που υπό τους συνδυασμούς εκλέχθηκαν, π.χ., 155 βουλευτές, μπορούν, μέσα σε μια συνήθη βουλευτική περίοδο, να περάσουν από τα κυβερνητικά κοινοβουλευτικά έδρανα ακόμη και κοντά 200 βουλευτές και από τα αντίστοιχα υπουργικά κοντά εκατό.
Μα αυτό δεν θα εμποδίσει το κυβερνητικό έργο; Όχι βέβαια, ποιος είπε ότι οι τις κυβερνητικές αποφάσεις στον σημερινό νεοδημοκρατικό μας κόσμο, τις παίρνουν, ακόμη και για τις αρμοδιότητές τους, οι Υπουργοί; Χάθηκε το Μαξίμου; Χάθηκε το επιτελείο του επιτελικού κράτους;
***
Γνωρίζω ότι τα παραδείγματα είναι ακραία. Δεν είναι όμως απίθανα. Απίθανο είναι ότι αυτό σκέφτηκε όποιος τα σκέφτηκε, απίθανο και λυπηρό. Πολύ λυπηρό.
(Ο Γιάννης Δρόσος είναι ομότιμος Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα)

























