Η τεράστια άνοδος της Άκρας Δεξιάς στην ευρωπαϊκή και αμερικανική ήπειρο προβληματίζει για τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
Στις δυο μεγαλύτερες χώρες της ηπείρου μας, Γαλλία, Γερμανία, η Ακροδεξιά βρίσκεται προ των πυλών της εξουσίας.
Στη Λατινική Αμερική, η επιστροφή της Ακροδεξιάς στη Χιλή, την Αργεντινή και τον Ισημερινό, δείχνει ότι το φαινόμενο έχει πάρει παγκόσμιες διαστάσεις.
Η πολιτική Τραμπ και του κινήματος MAGA για επιρροή στην «χαλαρή» απέναντι στο μεταναστευτικό πολιτική της Ευρώπης, δείχνει την ύπαρξη ισχυρών κέντρων που κινούν το ακροδεξιό κίνημα.
Οι προσπάθειες φραγμού της Ακροδεξιάς είτε με ενσωμάτωση στα Δεξιά κόμματα είτε με νομικές απαγορεύσεις απέτυχαν γιατί παρέβλεψαν τις αιτίες δημιουργίας της και την μαζικότητα στήριξής της.
Κύριοι στόχοι της το μεταναστευτικό, η προστασία των εθνικών συνόρων, η αποφυγή των πολέμων, ο εθνικισμός μαζί με τον λαϊκισμό, η στήριξη της εθνικής οικονομίας απέναντι στις απαιτήσεις της Ε.Ε. Όλα αυτά σε ένα θολό σύνολο που περισσότερο υποκριτικό είναι παρά έχει σχέση με τον πραγματικό πατριωτισμό και τα κοινωνικά θέματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εθελοδουλίας η στάση της ακροδεξιάς στη διάρκεια της κατοχής 1941-1944.
Όπως αναφέρει ο Π. Παπακωνσταντίνου στο «Γκρίζο κύμα», ακόμη και όταν τα ακροδεξιά κόμματα βρίσκονται στην αντιπολίτευση, παίζουν το ρόλο του «λαγού» που παρασύρει προς τα δεξιά ολόκληρο το πολιτικό σύστημα.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Αντόρνο είχε προειδοποιήσει ότι η επιβίωση του φασισμού μέσα στη Δημοκρατία είναι δυνητικά μεγαλύτερος κίνδυνος από την «επιβίωση φασιστικών τάσεων ενάντια στη Δημοκρατία».
Η προέλαση της Ακροδεξιάς σήμερα θυμίζει τη δεκαετία του 1930, με όρους όχι γερμανικού ναζισμού και ιταλικού φασισμού αλλά προσαρμοσμένη, για την ώρα, στις απαιτήσεις των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, των οποίων η ζωή απαξιώνεται καθημερινά.
Στη χώρα μας ο μεγαλύτερος κίνδυνος βρίσκεται στα κόμματα που κρύβουν την «υφέρπουσα ακροδεξιά» ενώ επαγγέλλονται «ολοκληρωτική κάθαρση» μαζί με την «εξ ουρανού βοήθεια».
Η επικράτηση του Μουσολίνι στην Ιταλία το 1922 και το αποτυχημένο «πραξικόπημα της μπυραρίας» του Χίτλερ το 1923, έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου σε κύκλους διανοουμένων που είδαν τον κίνδυνο να έρχεται. Όμως οι λαοί είχαν την οικονομική κρίση να ασχοληθούν.
Η υποστήριξη των σοσιαλδημοκρατών στον Α’ Π.Π. και η συνεργασία τους στην καταστολή της γερμανικής επανάστασης ήταν ο λόγος που η Κομμουνιστική Διεθνής από το 1919 τήρησε στάση επιθετική απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία και επικράτησε η γραμμή «τάξη εναντίον τάξης».
Το 1935 η στάση αυτή αλλάζει, με προτροπή της Μόσχας και προτείνονται «λαϊκά μέτωπα», με τη συμμετοχή όλων των δημοκρατών, για την αντιμετώπιση του φασισμού, αρχικά στην Ισπανία και Γαλλία.
Τα «μέτωπα» αυτά δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν ούτε τον Φράνκο ούτε τον Πεταίν και τους Γερμανούς εισβολείς, όμως όπως γράφει ο Hobsbawm ένωσαν την Αριστερά και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες, παρά την αμοιβαία μεταξύ τους εχθρότητα, με σκοπό την αντιμετώπιση του φασισμού ενώ αφηνόταν για αργότερα το θέμα του σοσιαλισμού.
Η συνεργασία αυτή βοήθησε στη διάρκεια του πολέμου, στην κοινή πάλη για την αντιμετώπιση του ναζισμού/φασισμού, με ένα ευρύ μέτωπο, που θα προστάτευε την πρόοδο και τις αξίες που προέρχονταν από τον Διαφωτισμό, την Γαλλική Επανάσταση και τον ανθρωπισμό.
Τα κομμουνιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα επωφελήθηκαν και βγήκαν ισχυρότερα, πλην της Γερμανίας. Χαρακτηριστικά, όπως αναφέρει πάλι ο Hobsbawm, το κομμουνιστικό KPD σήκωσε το βάρος της αντίστασης απέναντι στον Χίτλερ αλλά χωρίς τη βοήθεια του σοσιαλδημοκρατικού SPD που αδράνησε στην άνοδο του ναζισμού. Μετά τον πόλεμο το κομμουνιστικό κόμμα εξαφανίστηκε στη Δυτ. Γερμανία μέχρι να απαγορευτεί ενώ το SPD έπαιρνε 30% και τώρα είναι στη κυβέρνηση μαζί με τη Δεξιά των Χριστιανοδημοκρατών. Μια κυβέρνηση που παραπαίει μπροστά στα κοινωνικά προβλήματα, την οικονομική ύφεση και την άνοδο του ακροδεξιού AfD.
Αντίθετα το ιταλικό κομμουνιστικό PCI είχε μόλις 2.500 μέλη πριν τον πόλεμο, τα περισσότερα στη φυλακή μαζί με τον Γκράμσι και μετά τον πόλεμο εκτινάχθηκε στις 400.000 λόγω της αντίστασης στο φασισμό μετά το 1943 ενώ το 1968 πήρε 27% και τώρα πληρώνει την συμμετοχή του στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας (Ντ’ Αλέμα) και την προηγούμενη πολιτική συνεργασίας με τη δεξιά (Μπερλιγκουέρ).
Ιστορικά, οι δυο δρόμοι, προσέκρουσαν σε εμπόδια. Ο «αντιφασισμός» με τα «λαϊκά μέτωπα» ξόδεψε γρήγορα την «προίκα» του παγκόσμιου πολέμου και τώρα που επανεμφανίστηκε η ακροδεξιά δεν έχει ιδεολογικά αποθέματα. Ο άλλος της μετωπικής «ταξικής αντιπαράθεσης» δεν έχει ετοιμάσει το δρόμο και τις συνειδήσεις ενώ έχει απέναντι ένα πανίσχυρο σύστημα.
Μάλλον χρειάζονται πολλοί δρόμοι, σε συνδυασμό.
Η αναχαίτιση της Ακροδεξιάς δεν μπορεί να γίνει μόνο με την ιδεολογική σύγκρουση, τα ατομικά δικαιώματα και τις πολιτισμικές ταυτότητες. Χρειάζεται διαφοροποίηση της πραγματικότητας που θρέφει την Ακροδεξιά. Και αυτή δεν είναι άλλη από την εξάλειψη των οικονομικών αντιθέσεων που συντηρούν τις γέφυρες της Ακροδεξιάς με την οικονομική ολιγαρχία.
Ο φασισμός δεν είναι η πλέον προτιμητέα λύση για τους κυρίαρχους οικονομικούς κύκλους. Προτιμούν να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους με συναίνεση των εργαζόμενων. Όμως έχουν το τελευταίο χαρτί για ώρα ανάγκης. Σε μερικές περιπτώσεις ενισχύουν προσωρινά τον αντιφασισμό για να είναι με το ρεύμα της εποχής.
Ο φασισμός δεν γεννιέται συνωμοτικά μέσα σε σκοτεινά γραφεία. Ξεκινάει σαν λαϊκή απαίτηση σε κάποιες «μπυραρίες», γίνεται μαζικό κίνημα, διογκώνεται από υφέρπουσες σκοταδιστικές αντιλήψεις και τη φτωχοποίηση και τότε αγκαλιάζεται από τα οικονομικά συμφέροντα και προχωρούν χέρι-χέρι.
Ο αντιφασισμός από μόνος του, όπως φάνηκε στην περίπτωση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μπορεί να συσπειρώσει μάζες και διανοούμενους, οι οποίοι θα οδηγηθούν σε σοσιαλιστική προοπτική, μπορεί όμως μετά τη νίκη επί της Ακροδεξιάς να καθησυχάσουν και να ενσωματωθούν σε συστημικές επιλογές στη λογική του «μικρότερου κακού».
Ο αντιφασισμός δεν είναι εύκολο να συνδυαστεί από την αρχή με κοινωνικές αλλαγές αλλά αν δεν προχωρήσει σε αυτές θα χάσει το νόημά του και θα συζητιέται σαν ανάμνηση στις ιστορικές επετείους.
Ο αντιφασισμός δεν είναι ένα ελεύθερο «άλογο» που περιτρέχει στα λιβάδια και το καβαλάει ο οποιοσδήποτε «καλοθελητής».
Είναι φάση αγώνα για να αντιμετωπισθεί ένας βασικός κίνδυνος αντιστροφής της προόδου και του απανθρωπισμού, που θα πρέπει όμως να συνδυασθεί με εγκαθίδρυση δημοκρατικών θεσμών και αναβάθμιση της θέσης των εργαζόμενων.
Σε αυτό τον αγώνα ακόμη και τα φιλελεύθερα συστημικά κόμματα έχουν ανάγκη την Αριστερά για να βγάλει το «φίδι από την τρύπα». Το θέμα είναι να μην κάνει δουλειά άλλων χωρίς όφελος.
(Ο Νίκος Τόσκας είναι υποστράτηγος ε.α. και πρώην υπουργός)



























